Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Λεξιλογικές παρατηρήσεις - Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά

από το study4exams

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Ενότητα 1η

οὔσης < εἰμί: ανούσιος, εσθλός, ετυμολογία, έτυμον, οντολογία, όντως, ουσία, ουσιαστικός, παρόν, παροντικός, παρουσιαστικό.

διανοητικῆς < διὰ + νοῦς: άνοια, διανόηση, διάνοια, διχόνοια, έννοια, επινόηση, κατανόηση, μετάνοια, νοερός, νόημα, νόηση, νοητικός, νοητός, ομόνοια, παρανόηση, παράνοια, πρόνοια, συνεννόηση, υπόνοια.

ἠθικῆς < ἦθος < ἔθος: ηθικός, ηθικότητα, ηθογραφία, ηθοπλαστικός, ηθοποιός.

ἔχει < ἔχω (θ. σεχ-, ἕχ-, σχ-): ανακωχή, ανθεκτικός, αντοχή, άσχετος, διάδοχος, έξη, εξής, εξοχή, έξοχος, μέθεξη, πάροχος, πολιούχος, ραβδούχος, σχεδόν, σχέση, σχετικός, σχήμα, σχηματικός, σχολείο, σχολή, σχόλη.

ἐμπειρίας < ἐν + πειράομαι -ῶμαι: απειρία, άπειρος, απόπειρα, αποπειρατικός, εμπειρία, έμπειρος, πείρα, πείραγμα, πειρακτικός, πείραμα, πειραματιστής, πειραματόζωο, πειρασμός, πειρατής, πολύπειρος.

δεῖται < δέομαι: αδέητος, δέηση, δεητικός, δέον, δεοντικός, δεοντολογία, δεοντολογικός, δεοντολογικώς, δεόντως, ενδεής, ένδεια.

περιγίνεται < περὶ + γίγνομαι: γενεά, γενέθλιος, γένεση, γενέτειρα, γένος, γηγενής, γόνος, γυνή, εγγονός, ενδογενής, ευγενής, νεογνό, πρωτογενής.

παρεκκλῖνον < παρὰ + ἐκ + κλίνω: άκλιτος, άκλιτος, ανάκλιντρο, απαρέγκλιτος, απόκλιση, έγκλιση, επικλινής, κατάκλιση, κεκλιμένος, κλίμα, κλίμαξ, κλίνη, κλίση, κλιτός, κλιτύς, παρέκκλιση, σύγκλιση, υπόκλιση.

δῆλον < δηλόω -ῶ: δήλωση, διαδήλωση, εκδήλωση, συνυποδήλωση, δηλωτικός, εκδηλωτικός.

ἀρετῶν < ἀραρίσκω (= τακτοποιώ, προετοιμάζω, συνδέω): αρέσκεια, αρεστός, άρθρο, αριθμός, αριστείο, αριστοκρατία, άριστος, άρμα, αρμονία, αρμός, δυσαρέσκεια, ενάρετος, πανάρετος, φιλαρέσκεια.

ἐθίζεται < ἔθος (θ. ἐθ + ίδ + j + ω > ἐθίζω. Αρχικό θέμα σFέθ. Η αύξηση και ο αναδιπλασιασμός ει- προέκυψαν από τα εξής φθογγικά πάθη: ἐ + σFέθ > ἐέθ-> εἰθ- ): εθιμικός, έθιμο, εθιμοτυπία, εθισμός, έθος, ειωθός, συνήθης.

φερόμενος < φέρω (θ. φερ-, φορ, φαρ-, φωρ-, φρ-, οἰ-, ἐνεκ-, ἐνοκ-, ἐνκ-): αμφορέας, διάφορος, διένεξη, διηνεκής, μεταφορικός, σύμφορος, φαρέτρα, φερέγγυος, φερνή, φερτός, φορά, φόρος, φωριαμός.

ῥιπτῶν < ριπτέω--ῶ (θ. Fρπ- > ῥιπ + τ + έ + ω): κατάρριψη, ριξιά, ρίξιμο, ριπαίος, ριπή, ριπίδι, ριπιδοειδής, ρίψασπις, ρίψη.

πεφυκότων < φύομαι: ατόφυος (< αὐτόφυος < αὐτοφυής = ακέραιος, ανόθευτος), αυτοφυής, έμφυτος, ευφυής, ευφυΐα, ιδιοφυής, κατάφυτος, μεγαλοφυής, μεγαλοφυΐα, σύμφυτος, τριχοφυΐα, φυλή, φύλλο, φύλο, φύση, φυσικοθεραπευτής, φυσικός, φυσικότητα, φυσιογνωμία, φυσιογνώστης, φυσιολάτρης, φυσιολογικός, φυτικός, φυτό.

δέξασθαι < δέχομαι: ακατάδεκτος, αναδεξιμιός, ανάδοχος, απαράδεκτος, αποδέκτης, αποδεκτός, αποδοχή, δέκτης, δεκτός, δεξαμενή, δεξιός, διαδοχή, διάδοχος, δοκάνη, δοκάρι, δοκιμάζω, δοκιμή, δοκός, δοχείο, δωροδόκος, ευπρόσδεκτος, ξενοδόχος, παραδεκτός, παραδοχή, συνεκδοχή, υποδοχή.

Ενότητα 2η
παραγίνεται < παρὰ + γίνομαι: αγενής, γενεά, γενέθλια, γένεση, γενέτειρα, γηγενής, γονιός, γόνος, γυνή, εγγονός, ενδογενής, ευγενής, νεογνό, πρωτογενής, πρωτόγονος.

κομιζόμεθα < κομίζομαι: ανακομιδή, αποκομιδή, αποκόμιση, διακομιδή, διακομιστής, διαμετακομιστικός, κομιστής, κόμιστρο, μετακόμιση, προσκόμιση, συγκομιδή.

ἐνεργείας < ἐν + ἔργον < ἐργάζομαι: άεργος, ανενεργός, ανεργία, άνεργος, απεργία, απεργός, δημιούργημα, δημιουργός, διεργασία, ενέργεια, επεξεργασία, εργαλείο, εργασία, εργασιοθεραπεία, εργασιομανής, εργαστήριο, εργάτης, εργατικός, εργατικότητα, εργατοπατέρας, εργατοϋπάλληλος, εργατοώρα, έργο, εργοδηγός, εργοδότης, εργόχειρο, κακούργημα, κακούργος, καλλιέργεια, κωλυσιεργία, μεταλλουργία, μεταξουργία, μουσουργός, ξυλουργός, όργανο, όργιο, πανούργος, πάρεργο, περιέργεια, περίεργος, προεργασία, ραδιενεργός, ραδιούργος, στιχουργός, συνεργός, υφαντουργία, χειρουργός.

ἀποδίδομεν < ἀπὸ + δίδωμι (θ. -δω- και -δο- με ενεστ. αναδιπλασιασμό δι- και κατάληξη –μι): αιμοδότης, ανέκδοτος, ανένδοτος, απόδοση, αποδοτικός, δόσιμο, δώρο, δωσιδικία, εκδοτήριο, μεταδοτικός, ξέδομα, παραδοτέος, πληροφοριοδότης, προδότης, τροφοδότης, φωτοδότης.

ἰδεῖν < εἶδον του ρ. ὁράω-ῶ (θ. Fορά- < ὁρά-, Fιδ- > ἐ-Fιδ-ον > εἶδον, ὀπ-: ανύποπτος, αόμματος, αυτόπτης, διορατικός, είδος, ειδύλλιο, είδωλο, επόπτης, ιδέα, κάτοπτρο, οπή, οπτήρας, οπτικός, όραμα, όραση, ορατός, οφθαλμίατρος, οφθαλμός, όψη, πρόσοψη, ύποπτος.

ἀκοῦσαι < ἀκούω: ακοή, άκουσμα, ακουστικό, ακουστός, αυτήκοος, βαρήκοος, ευήκοος, ξακουστός, ωτακουστής.

ἐλάβομεν < λαμβάνω: ακατάληπτος, αμεροληψία, αμφιλαφής, ανεπανάληπτος, αντιλαβή, αντίληψη, αντισυλληπτικό, αντισύλληψη, απολαβή, ασύλληπτος, δικολάβος, εικονολήπτης, επανάληψη, επιληψία, εργολάβος, ευυπόληπτος, ηχολήπτης, ηχοληψία, θρησκόληπτος, θρησκοληψία, καταληπτός, κατάληψη, καταληψίας, λαβή, λαβίδα, λάφυρο, λήμμα, λήψη, μεροληψία, μετάληψη, παραλαβή, παραλήπτης, περίληψη, προκατάληψη, πρόσληψη, συλλαβή, σύλληψη, υπόληψη, χειρολαβή.

ἔχοντες < ἔχω (θ. σεχ-, σχ-,): απροσχημάτιστος, αργόσχολος, ένοχος, έξη, εξής, κατεχόμενα, καχεξία, μέθεξη, παροχή, πάροχος, πολιούχος, προσοχή, πρόσχημα, προσχηματικά, ραβδούχος, σχεδόν, σχέση, σχήμα, σχηματισμένος, σχολείο, σχολή.

ἐχρησάμεθα < χρήομαι -ῶμαι: αχρησιμοποίητος, άχρηστος, δύσχρηστος, εύχρηστος, ιδιοχρησία, καταχραστής, κατάχρηση, χρεία, χρέος, χρήμα, χρηματικός, χρήση, χρησιμοθήρας, χρησιμοποίηση, χρήσιμος, χρησιμότητα, χρησμός, χρήστης, χρηστικός, χρηστός, χρηστότητα.

ἐνεργήσαντες < ἐνεργέω-ῶ: ανενεργός, ενέργεια, ενεργειακός, ενεργειοκρατία, ενέργημα, ενεργητικός, ενεργητικότητα, ενεργητισμός, ενεργοποίηση, ενεργός.

τεχνῶν < τίκτω: απότοκος, αρχιτέκτονας, άτεκνος, άτεχνος, έντεχνος, επιτόκιο, επίτοκος, περίτεχνος, τεκνοποίηση, τέκτονας, τεχνική, τεχνολογία, τεχνοκράτης, τοκετός, τόκος.

δεῖ: αδέητος, δέηση, ενδεής, ένδεια.

μαθόντας < μανθάνω (θ. μαθ-, + πρόσφυμα «ν» πριν από τον χαρακτήρα «θ», + «αν» μετά από αυτόν, + κατάληξη «ω») : αμαθής, άμαθος, καλομαθημένος, μάθημα, μαθηματικός, μαθημένος, μάθηση, μαθησιακός, μαθητής, μαθητικός, μαθητολόγιο, μαθητούδι, οψιμαθής.

ποιεῖν < ποιέω-ῶ: αντιποιητικός, αχειροποίητος, δημοσιοποίηση, θεοποίητος, περιποιητικός, ποίημα, ποίηση, ποιητής, προσποιητός.

οἰκοδόμοι < οἶκος + δόμος: αποικία, αποικισμός, αποικιστικός, διοίκηση,ένοικος, ιδιοκατοίκηση, κάτοικος, μετοίκηση, μέτοικος, μονοκατοικία, οίκημα, οίκηση, οικία, κατοικία, οικισμός, οικιστικός, οικογένεια, οικοδεσπότης, οικολογία, οικονομία, οικόπεδο, οικόσημο, οικόσιτος, οικοσκευή, οικότροφος, οικουμένη, παροικία, περίοικος, πολυκατοικία, συγκατοίκηση, συγκάτοικος, συνοικία.

κιθαρίζοντες < κιθαρίζω: κιθάρα, κιθάρισμα, κιθαρισμός, κιθαρίστας, κιθαρωδός.

πράττοντες < πράττω (<θ. πρᾱγ + j + ω): απράγμων, άπρακτος, δυσπραγία, εισπράκτορας, είσπραξη, μεταπράτης, μεταπρατικός, πράγμα, πραγματικός, πραγματογνώμων, πρακτέο, πρακτικό, πράκτορας, πρακτορείο, πράξη, σύμπραξη.

σώφρονες < σῶος + φρὴν (γεν. φρενός): εθνικόφρων, ευφροσύνη, εχέφρων, μετριοφροσύνη, μετριόφρων, νομιμοφροσύνη, παραφροσύνη, παράφρων, σωφροσύνη, φρενίτιδα, φρενοβλαβής, φρενοκομείο, φρόνιμος.

ἀνδρεία < ἀνὴρ (γεν. ἀνδρός): άνανδρος, ανδραγαθία, ανδράποδο, ανδρείκελο, ανδριάντας, ανδρικός, ανδρισμός, ανδρόγυνο, ανδροκρατία, ανδροπρεπής, ανδροπρεπής, εξανδραποδισμός, εύανδρος.

Ενότητα 3η
μαρτυρεῖ < μαρτυρέω - -ω: αμάρτυρος, μάρτυρας, μαρτυρία, μαρτυριάρης, μαρτυρικός, μαρτύριο.

γινόμενον < γί(γ)νομαι: αγενής, άγονος, απόγονος, γενεά, γενέθλια, γενέθλιος, γενέτειρα, γένος, γηγενής, γόνος, γυνή, εγγονός, μονογενής, νεογνό, πρωτόγονος.
πόλεσιν < πόλις: αντιπολίτευση, απολίτιστος, διαπολιτισμικός, κοινοπολιτεία, κωμόπολη, μεταπολίτευση, πολιούχος, πολιτεία, πολιτειακός, πολιτευτής, πολίτης, πολιτικάντης, πολιτικολογία, πολιτικοποίηση, πολιτικός, πολιτισμικός, πολιτισμός, συμπολίτης.

νομοθέται < νόμος + τίθημι: αδιαθεσία, αντίθετος, απόθεμα, αποθηκάριος, αποθήκη, διάθεση, διαθήκη, έκθεμα, έκθεση, εκθέτης, έκθετος, εμπρόθετος, επίθεση, επιθετικός, θέμα, θεμέλιο, θεμελιώδης, θέση, θεσμός, θετός, θήκη, καταθέτης, νουθεσία, παράθεμα, παράθεση, παρακαταθήκη, πρόσθετος, σύνθεση, συνθετικός, σύνθετος, συνθήκη, τοποθεσία, υιοθεσία, υπερθετικός, υποθετικός.

ἐθίζοντες < ἐθίζω < ἔθος: εθιμικός, έθιμο, εθισμένος, εθισμός, έθος, ηθικός, ήθος.

ποιοῦσιν < ποιέω -ῶ: αξιοποίηση, απεριποίητος, αποποίηση, αρτοποιία, αρτοποιός, αχειροποίητος, γελωτοποιός, ειδοποιός, ειρηνοποιός, εκποίηση, εντατικοποίηση, επιπλοποιείο, ηθοποιός, θεοποίητος, κακοποιός, κοινοποίηση, μεταποίηση, οδοποιία, παραποίηση, περιποιητικός, ποίημα, ποίηση, ποιητάρης, ποιητής, ποιητικός, πολιτικοποίηση, προσποίηση, προσποιητός, υποδηματοποιείο, χαρτοποιία.

ἐστὶν < εἰμί: ανούσιος, εξουσιαστικός, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν, παροντικός, παρουσιαστικό.

ἁμαρτάνουσιν < ἁμαρτάνω: αμάρτημα, αμαρτία, αμαρτωλός, αναμάρτητος.

διαφέρει < διὰ + φέρω (θ. φερ-, φορ-, φαρ-, φωρ-, φρ-, οἰ-, ἐνεκ-, ἐνοκ-, ἐνκ-, ἐγκ-): αμφορέας, διάφορος, διένεξη, διηνεκής, διηνεκής, πολύφερνος, φαρέτρα, φερέγγυος, φερτός, φερώνυμος, φορά, φόρος, φωριαμός.

φθείρεται < φθείρομαι: αδιάφθορος, άφθαρτος, διαφθορά, διαφθορέας, παραφθορά, φθαρμένος, φθαρτός, φθειρίαση, φθορά, φθοροποιός, ψυχοφθόρος.

κιθαρίζειν < κιθαρίζω < ἡ κίθαρις, -ιος + -ίζω > κιθαρίδ-j-ω): κιθάρα, κιθαρισμός, κιθαρίστας, κιθαριστής, κιθαρωδός.

οἰκοδομεῖν < οἰκοδόμος < οἶκος + δέμω: αδόμητος, ανοικοδόμηση, δομή, δομικός, οικοδομή, οικοδόμηση, οικοδομικός, οικοδόμος.

εἶχεν < ἔχω (θ. σεχ-, σχ-, σχε-, σχη-): διαδοχικός, διάδοχος, έξη, εξής, εξοχή, εξοχικός, καθεξής, κατοχικός, οπιούχος, παροχέας, ραβδούχος, σκηπτούχος, σχεδόν, σχέση, σχήμα, σχηματικός, σχολείο, σχολή, σχόλη, σχολικός.

ἔδει < δεῖ: δέηση, δεητικός, ενδεής, ένδεια.

διδάξοντος < διδάσκω (< ρ. δα-, δακ-, + πρόσφυμα σκ-, + ενεστωτικός αναδιπλασιασμός δι-) : αδίδακτο, δίδαγμα, διδακτήριο, διδάκτορας, διδακτορικό, διδακτός, διδασκαλείο, διδασκαλία, διδασκαλικός, διδάσκαλος.

Ενότητα 4η
Ἔχει < ἔχω: ανάδοχος, ανακωχή, αποχή, άσχετος, διαδοχικός, δικαιούχος, διπλωματούχος, ένοχος, έξη, εξής, εξοχή, εποχή, εσοχή, ευεξία, εχεμύθεια, ηνίοχος, κατεχόμενα, κατοχή, κατοχικός, καχεκτικός, καχεξία, κληρουχία, μειονεξία, μέτοχος, οχυρός, παροχή, πάροχος, περιέκτης, περιεκτικός, περιοχή, πλεονεξία, προνομιούχος, ραβδούχος, σκηπτούχος, συνοχή, συνταξιούχος, σχεδόν, σχέση, σχετικός, σχήμα, σχολείο, υπεροχή.

πράττοντες < πράττω (θ. πραγ- + j + -ω): απράγμων, άπραγος, άπρακτος, εισπρακτικός, πολυπράγμων, πράγμα, πραγματικός, πραγματοποίηση, πρακτέος, πρακτικός, πράκτορας, πράξη, πραξικόπημα, σύμπραξη.

συναλλάγμασι < σὺν + ἀλλάττω (ρ. ἀλλ- + ἀγ- + j + -ω): αλλαγή, άλλαγμα, αλλαξιά, αλλαξοπιστία, απαλλαγή, εναλλαγή, μισαλλόδοξος, παραλλαγή, συναλλαγή, συνάλλαγμα, συνδιαλλαγή.

γινόμεθα < γί(γ)νομαι (< γι-, ενεστωτικός αναδιπλασιασμός + θ. γεν-, με συγκοπή γν- + -ομαι. θ. γεν-, γον-, γεν + πρόσφυμα –ε- > γενη-): γενεά, γενέθλιος, γένεση, γενέτειρα, γένος, γηγενής, γονίδιο, γονιός, γόνος, γυνή, διγενής, εγγονός, ενδογενής, εξωγενής, ευγενής, ευγενικός, νεογνό, πολυγονία, πρωτόγονος.

ἐθιζόμενοι < ἐθίζομαι < ἔθος (θ. ἐθ- + ίδ- + j- + -ω) : εθιμικός, έθιμο, εθιμοτυπία, εθιμοτυπικός, εθισμένος, εθισμός, έθος, ήθος.

φοβεῖσθαι < φοβέω—ω < φόβος < φέβομαι: αφοβία, άφοβος, εκφόβηση, εκφόβιση, έμφοβος, επίφοβος, φόβητρο, φοβία, φοβικός, φοβισμένος, φόβος.

θαρρεῖν < θάρσος ή θάρρος: αποθάρρυνση, θαρραλέος, θαρρετά, θαρρετός, θάρρος, ξεθάρρεμα.

δειλοὶ < δειλιάω -ῶ: δειλά, δειλία, δείλιασμα, δειλός.

ἐπιθυμίας < ἐπὶ + θυμός: απροθυμία, απρόθυμος, εύθυμος, θυμηδία, θυμικός, θυμοειδής, θυμός, θυμόσοφος, λιποθυμία, οξύθυμος, προθυμία, πρόθυμος.

ὀργὰς < ὀργή: ανοργασμικός, εξοργιστικός, οργασμικός, οργασμός, οργιαστικός, όργιο.

ἀναστρέφεσθαι < ἀνὰ + στρέφομαι (θ. στρέφ-, στράφ-, στρόφ-): αναστρέψιμος, αναστροφή, αναστροφικός, ανάστροφος, αναστρόφως, αντιστροφή, αντίστροφος, αποστροφή, απόστροφος, διαστρέβλωση, διάστρεμμα, διαστροφή, διαστροφικός, επιστρεφόμενα, ευστροφία, εύστροφος, καταστροφή, μεταστροφή, περιστροφή, περίστροφο, στραβισμός, στραβός, στρεβλός, στρέμμα, στρεπτός, στρεψόδικος, στριφογύρισμα, στριφτός, στρίφωμα, στρίψιμο, στροβίλισμα, στρόβιλος, στροφή, στρόφιγγα.

δεῖ: αδέητος, δέηση, δεητικός, ενδεής, ένδεια.

ἀποδιδόναι < ἀπὸ + δίδωμι (ενεστωτικός αναδιπλασιασμός δι- + δω- + μι. θ. δω-, δο-): αιμοδότης, αναμεταδότης, ανένδοτος, απόδοση, αποδοτικός, δόσιμο, δότης, δώρο, δωσιδικία, εκδοτικός, επίδομα, επιδοτικός, καταδότης, μειοδότης, μεταδοτικός, ξέδομα, παραδοτέος, πληροφοριοδότης, τροφοδότης.

ἀκολουθοῦσιν (<  αθροιστικό + κέλευθος = δρόμος): ακολούθημα, ακολούθηση, ακολουθία, ακόλουθος, ανακόλουθος, εξακολουθητικός, επακολούθημα, παρακολούθηση.

διαφέρει < διὰ + φέρω (θ. φέρ-, φορ-, φαρ-, φωρ-, φρ-, οἰ-, ἐνεκ-, ἐνοκ-, ἐνκ- > ἐγκ-): αδιάφορος, αμφορέας, αναφορικός, ασύμφορος, διαφορετικός, διάφορος, διένεξη, διηνεκής, δίφρος, πολύφερνη, πρόσφορος, συνεισφορά, φαρέτρα, φερέγγυος, φορά, φόρα, φόρος, φωριαμός.

νέων < νέος: νεαρός, νεογέννητος, νεογνό, νεόδμητος, νεοελληνικός, νεόκοπος, νεολαία, νεόπλουτος, νεοσσός, νεότητα, νιότη.



Ενότητα 5η
σημεῖον < σημαίνω: αμφίσημος, αξιοσημείωτος, ασήμαντος, άσημος, βιβλιόσημο, γραμματόσημο, διάσημος, δίσημος, ένσημο, επισήμανση, επίσημος, παράσημο, πολύσημος, προσήμανση, πρόσημο, σήμα, σημάδι, σημαδιακός, σημαία, σήμανση, σημαντικός, σήμαντρο, σημασία, σημασιολογία, σηματοδότης, σηματοδότηση, σημείο, σημειολογία, σημείωμα, σημείωση, χαρτόσημο.

ποιεῖσθαι < ποιέω-ῶ: αξιοποιήσιμος, απεριποίητος, αποποίηση, αχειροποίητος, εκποίηση, θεοποίητος, περιποιητικός, ποίημα, ποίηση, ποιητής, προσποιητός.

ἐπιγινομένην < ἐπὶ + γί(γ)νομαι (θ. γεν-, με ετεροίωση γον- και πρόσφυμα ε > γενε-, με έκταση γενη-. Ο ενεστώτας γίγνομαι προέκυψε από ενεστωτικό αναδιπλασιασμό γι- + θ. γεν- και με συγκοπή γν-): άγονος, γενέθλια, γένεση, γενέτειρα, γενετικός, γένος, γηγενής, γονίδιο, γονιός, γόνος, γυνή, ενδογενής, εξωγενής, επίγονος, ευγενής, νεογνό, πολυγονία, πρόγονος, πρωτογενής.

ἡδονὴν < ἥδομαι (= ευχαριστιέμαι): αηδία, ηδονή, ηδονικός, ηδονιστής, ηδονοβλεψίας, ηδυπάθεια, ηδύποτο (= λικέρ).

λύπην < λυπέομαι –οῦμαι: αλύπητα, αξιολύπητος, λυπηρός, λύπηση, λυπητερός, περίλυπος, συλλυπητήριος.

ἀπεχόμενος < ἀπὸ + ἔχομαι (θ. σεχ-, ἑχ-, σχ-, σχε- > σχη-): ανακωχή, αποχή, έξη, εξής, εξοχή, εξοχικός, έξοχος, καθεξής, καχεκτικός, καχεξία, παροχή, πάροχος, πρόσχημα, προσχηματικός, ραβδούχος, σκηπτούχος, σχεδιασμός, σχεδιαστήριο, σχεδιαστής, σχέδιο, σχεδόν, σχέση, σχήμα.

χαίρων (θ. χαρ- + πρόσφυμα –j και με επένθεση > χαίρω. Ο μέλλοντας: χαιρ- και χαρ- + πρόσφυμα –ε, με έκταση –η > χαιρ-ή-σ-ω, χαρ-ή-σ-ω με αποβολή του –σ ανάμεσα από τα δύο φωνήεντα και συναίρεση > χαρή-ω > χαρέ-ω > χαρῶ): χαρά, χαρούμενος, χαρμόσυνος, χάρμα, χάρη, περιχαρής, άχαρος, χαρμονή, χαριτωμένος.

ἀχθόμενος < ἄχθομαι: ἀχθόμενος < ἄχθομαι < ἄχθος: άχθος, αγχόνη, αχθοφόρος, επαχθής, αχθηδών, σεισάχθεια.

ὑπομένων < ὑπὸ + μένω: ανυπόμονος, διαμονή, διαμονητήριο, εμμονή, έμμονος, επιμονή, επίμονος, μενετός, μοναχικός, μοναχός, μονή, μόνιμος, μονιμότητα, μόνος, παραμονή, προσμονή, υπομονετικός, υπομονή.

λυπούμενος < λυπέομαι-οῦμαι < λύπη: αλύπητος, αξιολύπητος, λύπη, λυπημένος, λυπηρός, περίλυπος, συλλυπητήρια.

ἐστὶν < εἰμί: εξουσιαστικός, εσθλός, ετυμολογία, έτυμον, οντολογία, οντολογικός, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν, παροντικός, παρουσιαστικό.

πράττομεν < πράττω (θ. πράγ-j-ω > πράττ(σσ)ω: απραγματοποίητος, απράγμων, άπραγος, άπρακτος, δυσπραγία, εισπρακτικός, ευπραγία, πεπραγμένα, πολυπράγμων, πράγμα, πραγματικός, πρακτέο, πρακτικό, πράκτορας, πρακτορείο, πράξη, πραξικόπημα.

δεῖ: αδέητος, δέηση, ένδεια, ενδεής.

ἦχθαι < ἄγομαι: αγέλη, άγημα, αγρός, αγρότης, αγωγή, αγώγι, αγωγιάτης, αγώγιμος, αγωγός, αγώνας, αγωνία, αγωνιστικός, ακτίνα, άμαξα, αναγωγή, ανάγωγος, αξία, αξιόμαχος, άξιος, άξονας, αξονικός, απαγωγή, αρχηγός, διαγωγή, εισαγωγέας, εισαγωγή, εξαγωγέας, εξαγωγή, επαγωγή, επαγωγικός, επείσακτος, ευάγωγος, καταγωγή, καταγώγιο, κυνηγός, λοχαγός, νηπιαγωγός, ξενάγηση, ξεναγός, οδηγός, παιδαγωγός, παραγωγή, παραγωγός, παράγωγος, παρθεναγωγείο, προαγωγή, προακτέος, προσαγωγή, στρατηγός, συναγωγή, συναξάρι, σύναξη, υδραγωγείο, χορηγία, χορηγός.

φησὶν < φημὶ (θ. φη-, φᾱ-, φᾰ-, και με ετεροίωση φω-): άφατος, προφήτης, φήμη, φωνή.

ὀρθὴ < (επίθ.) ὀρθός: αδιόρθωτος, ακατόρθωτος, διορθώνω, διόρθωση, διορθωτής, επανορθώνω, επανόρθωση, επιδιόρθωση, κατόρθωμα, κατορθώνω, όρθιος, ορθολογισμός, ορθολογιστής, ορθώνω, παλινόρθωση.

Ενότητα 6η
δεῖ: αδέητος, δέηση, ενδεής ένδεια.

εἰπεῖν < λέγω (θ. λέγ-, Fερε-, ἐρε-, Fρε-> ῥε-> ῥη-, Fερ-, Fεπ- > εἰπ-): απόρρητος, άρρητος, διαλογικός, δυσλεξία, έπος, επύλλιο, ιδεολόγημα, καλλιέπεια, καλλιεπής, λέξη, λέξημα, λεξικό, λέσχη, λογάριθμος, λογικός, λόγος, πολυλογάς, ρήμα, ρήση, ρητό, ρήτορας, ρήτρα, φιλόλογος.

ᾖ < εἰμί: ανούσιος, εξουσιαστικός, εσθλός, έτυμο, ετυμολογία, οντολογία, οντολογικός, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν, παρουσιαστικό.

ἔχον < ἔχω (θ. σεχ-, ἑχ-, σχ-): αποχή, άσχετος, έξη, εξής, εξοχή, έξοχος, ευεξία, καχεκτικός, οπιούχος, πάροχος, ραβδούχος, σχεδόν, σχέση, σχήμα, σχηματικός, σχολείο, σχολή, υπέροχος.

Ἀποτελεῖ < ἀπὸ + τέλος: αποτέλεσμα, ατέλεια, ατελής, αυτοτελής, εκτέλεση, εκτελεστής, εκτελεστικός, εντέλεια, εντελέχεια, εντελώς, επιτέλεση, ευτελής, ημιτελής, ιδιοτελής, ισοτέλεια, πολυτέλεια, πολυτελής, συντέλεια, συντελεστής, τελεία, τελειοποίηση, τέλειος, τελείως, τελείωση, τελειωτικός, τέλεση, τελεστής, τελεστικός, τελετή, τελικός, τέλος, τελωνειακός, τελωνείο, τελώνης, υποτελής

ἀποδίδωσιν < ἀπό + δίδωμι (θ. δω-, δο-. Ο ενεστώτας με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό: δί-δω-μι): αιμοδότης, ανέκδοτο, ανένδοτος, ανταπόδοση, ανταποδοτικός, δόση, δόσιμο, δώρο, δωσιδικία, εκδοτήριο, εκδότης, εκδοτικός, καταδότης, μειοδότης, μεταδοτικός, παραδοτέος, πληροφοριοδότης, προδοσία, τροφοδότης.

ὀφθαλμοῦ < ὁράω -ῶ (θ. Fορά- > ὁρά-, ὀπ-, Fιδ- > ἐ- Fιδ- ον> εἶδον): αδιόρατος, αντικατοπτρισμός, αόρατος, διορατικός, ενόραση, εποπτικός, θεόρατος, θυρωρός, ιδανικός, ιδέα, κάτοπτρο, μέτωπο, οπή, οπτικός, όραμα, όραση, ορατός, όψη, πανόραμα, παρόραμα, παρωπίδα, προσωπίδα, πρόσωπο, συνοπτικός, τηλεόραση.

ἵππου: έφιππος, ιππασία, ιππαστί, ιππέας, ιππευτήριο, ιππευτικός, ιππηλασία, ιππικός, ιπποδάμειος, ιπποδρομία, ιπποδύναμη, ιππόκαμπος, ιπποκόμος, ιππομαχία, ιπποπόταμος, ιπποσκευή, ιππότης, ιπποτικός, ιπποτισμός, ιπποτροφείο, ιπποφορβείο.

δραμεῖν < τρέχω: αμφίδρομος, αναδρομή, αναδρομικός, ανάδρομος, αυτοκινητόδρομος, διαδρομή, διάδρομος, δρομαίος, δρομέας, δρόμος, δρόμων, εκδρομή, επιδρομή, ιπποδρομία, ιππόδρομος, καταδρομέας, μονόδρομος, παγοδρομία, παλινδρόμηση, παραδρομή, πεζοδρόμηση, πεζόδρομος, περίδρομος, πρόδρομος, σκυταλοδρομία, συνδρομή, ταχυδρόμος, τροχάδην, τροχαλία.

ἐνεγκεῖν < φέρω (θ. φέρ-, φορ-, φωρ-, φρ-, οἰ-, ἐνεκ-, ἐνοκ-, ἐνκ- > ἐγκ-): αδιάφορος, αμφορέας, ανυπόφορος, ασθενοφόρο, αυτόφωρος, διένεξη, διηνεκής, κατάφωρος, μαρσιποφόρο, οισοφάγος, παράφορος, πολύφερνος, σύμφορος, φαρέτρα, φερέγγυος, φέρετρο, φερέφωνο, φερτός, φερώνυμος, φορά, φορέας, φορείο, φόρεμα, φόρος, φόρτος, φωριαμός.

ἐπιβάτην < ἐπὶ + βαίνω: ακροβάτης, ανάβαση, αναβάτης, βάδην, βαθμός, βάθρο, βάση, βατήρας, βατός, βήμα, βηματοδότης, βωμός, διάβαση, διαβάτης, δύσβατος, έμβασμα, επιβάτης, κατάβαση, παραβάτης, πρόσβαση.

μεῖναι < μένω: ανυπόμονος, απρόσμενος, διαμονητήριο, επίμονος, μενετός, μοναστήρι, μοναστικός, μοναχός, μονή, μόνιμος, μόνος, ολομόναχος, υπομονή.

γίνεται < γί(γ)νομαι (θ. γεν-, γον-, γενε-, > γενη-, γν-. Ο ενεστώτας με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό: γί-γν-ο-μαι): αγένεια, αγενής, γενεά, γενέθλια, γένεση, γενέτειρα, γένος, γηγενής, γονίδιο, γόνος, διγενής, ενδογενής, επίγονος, ευγενικός, ευγονία, νεογνό, πολυγονία, προγονικός, πρωτόγονος.

ἀποδίδωσιν, ἀποδώσει < ἀπὸ + δίδωμι (θ. δω-, δο-. Ο ενεστώτας προέκυψε με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό: δί-δω-μι): αιμοδότης, αποδοτικός, δόση, δοσίλογος, δοσολογία, δότης, δωρεά, δώρο, δωροδοκία, δωροθέτης, έκδοση, εκδοτικός, ενδοτικός, ηλεκτροδότηση, καταδότης, λογοδοσία, μετάδοση, μεταδοτικός, μισθοδοσία, παράδοση, σηματοδότης.

φανερόν < φαίνομαι: αφάνεια, αφανής, άφαντος, διαφάνεια, διαφανής, επιφάνεια, καταφανής, περιφανής, φαεινός, φαινομενικός, φαινόμενο, φανάρι, φανερός, φανός, φαντασία, φαντασίωση, φάντασμα, φαντασμαγορικός, φανταστικός, φάσμα, φως.

θεωρήσωμεν: ακταιωρός, εμβρυωρός, επιθεώρηση, επιθεωρητής, θεωρείο, θεώρημα, θεώρηση, θεωρητικός, θεωρία, θεωρικός, θεωρός, θυρωρός, θωριά, νεώριο, ολίγωρος, πυλωρός, σηματωρός, σκευωρός, σκοπιωρός, τιμωρός.
Ενότητα 7η
συνεχεῖ, ἀπέχον, ὑπερέχει, ὑπερέχεται < ἔχω: ακάθεκτος, αλληλουχία, ανακωχή, ανεκτικός, ανέχεια, ανοχή, άσχετος, διπλωματούχος, έξη, εξής, εξοχή, εποχή, ευεξία, ευωχία, εχεμύθεια, ζαχαρούχος, κατοχή, καχεκτικός, καχεξία, κληρουχία, οχυρός, οχύρωση, παροχή, περιέκτης, περιεκτικός, προεξοχή, προνομιούχος, προσεκτικός, πτυχιούχος, σοκολατούχος, συμβασιούχος, συνέχεια, συνοχή, σχέδιο, σχεδόν, σχέση, σχετικός, σχήμα, σχολείο, τροπαιούχος.

λαβεῖν, λαμβάνουσι, ληπτέον, ληψομένῳ < λαμβάνω: ακατάληπτος, αμεροληψία, ανεπανάληπτος, ανεπίληπτος, αντιλαβή, αντίληψη, απολαβή, ασύλληπτος, δικολάβος, εικονολήπτης, επανάληψη, επιληψία, εργολάβος, εύληπτος, ευυπόληπτος, ηχολήπτης, ηχοληψία, θρησκόληπτος, θρησκοληψία, καταληπτός, κατάληψη, λαβή, λαβίδα, λάφυρο, λήμμα, λήψη, μεροληψία, μετάληψη, παραλαβή, παραλήπτης, περίληψη, προκατάληψη, πρόσληψη, συλλαβή, σύλληψη, υπόληψη, χειρολαβή.

πλεῖον, πλεονάζει < ὁ, ἡ πλέων/πλείων, τὸ πλέον/πλεῖον: πλειοδοσία, πλειοδότης, πλειονότητα, πλειοψηφία, πλέον, πλεονασμός, πλεονέκτημα, πλεονεξία.

ἐλλείπει, ἔλλειψιν < λείπω: διάλειμμα, διάλειψη, εγκατάλειψη, έκλειψη, έλλειμμα, ελλειμματικός, ελλειπτικός, έλλειψη, ελλιπής, κατάλοιπο, λειψανδρία, λείψανο, λειψός, λειψυδρία, λιποβαρής, λιποθυμία, λίπος, λιπόσαρκος, λιποτάκτης, λιποταξία, λιπόψυχος, λοιπόν, λοιπός, παράλειψη, υπόλειμμα, υπόλοιπος.

φαγεῖν < ἔφαγον < τρώγω (θ. τρώγ-, ἐδ-, ἐδε-, ἐδεσ-, ἐσθ-, ἐσθι-, φαγ-): έδεσμα, εδωδιμοπωλείο, εδώδιμος, παμφάγος, φαγητό, φαγώσιμο.

ἀλείπτης < ἀλείφω: άλειμμα, αλοιφή, απαλοιφή, εξάλειψη, επάλειψη, πασάλειμμα.

προστάξει < πρὸς + τάττ(σσ)ω (θ. ταγ-jω> τάττω / τάσσω): ανακατάταξη, ανάταξη, ανυπότακτος, απότακτος, αρχισυντάκτης, ασύντακτος, άτακτος, αταξία, διαταγή, διάταγμα, ένταξη, επιταγή, επιτακτικός, επίταξη, μετάταξη, νομοταγής, παράταξη, προσταγή, πρόσταγμα, προστακτική, πρόταξη, συνταγή, σύνταγμα, συνταγματικός, συντάκτης, συντακτικό, σύνταξη, τάγμα, ταγματάρχης, ταγός, τακτικός, τακτός, τάξη, ταξίδι, τάξιμο, υποταγή.

ἀρχομένῳ < ἄρχομαι: αναρχικός, άναρχος, αρχαίος, αρχή, αρχικός, άρχων, γυμνασίαρχος, έναρξη, έπαρχος, ναυαρχίδα, ναύαρχος, ταξίαρχος, υπαρκτός, ύπαρχος.
ἐπιστήμων < ἐπίσταμαι: επιστήμη, επιστημολογία, επιστήμονας, επιστημονικός, επιστημονισμός, επιστημοσύνη, επιστητό.

ὑπερβολὴν < ὑπὲρ + βάλλω: αμφιβολία, αναβλητικός, αναβολή, απόβλητος, βαλβίδα, βαλλιστικός, βαλτός, βεληνεκές, βελόνα, βέλος, βλήμα, βολή, βολίδα, βόλος, διαβλητός, έμβλημα, έμβολο, επιβλητικός, ευμετάβολος, κεραυνοβόλος, λιθοβολισμός, παράβολο, περιβάλλον, πρόβλημα, πυροβολισμός, συμβολή, σύμβολο, σφαιροβολία, υπερβολή, υποβλητικός.

φεύγει < φεύγω (θ. φευγ-, φῠγ-): αναπόφευκτος, άφευκτος, καταφύγιο, πρόσφυγας, προσφυγικός, φυγάς, φυγή, φυγόδικος, φυγόκεντρος, φυγόπονος, φυγόστρατος.

ζητεῖ < ζητέω-ῶ: αζήτητος, αναζήτηση, ζήτημα, ζήτηση, ζητητής, συζητήσιμος, συζητητής.

αἱρεῖται < αἱρέομαι-οῦμαι (ρ. Fαρ- + j > Fαίρ-, > αἱρ-, > αἱρέ-ω, ρ. Fελ-, Fαλ): αίρεση, αιρετικός, αιρετός, αναιρετικός, αρχαιρεσίες, αυθαίρετος, αφαίρεση, αφηρημάδα, διαιρετέος, διαιρέτης, εξαιρετικός, εξαίρετος, καθαίρεση, προαιρετικός, υπεξαίρεση.

Ενότητα 8η
ἐπιτελεῖ < ἐπὶ + τέλος: ανεκτέλεστος, αποτέλεσμα, αποτελεσματικός, ατέλεια, ατελής, αυτοτελής, εκτέλεση, εκτελεστής, εκτελεστικός, εντέλεια, επιτελάρχης, επιτελείο, επιτέλεση, επιτελής, επιτελικός, ευτελής, ημιτελής, ιδιοτελής, ισοτέλεια, νομοτέλεια, πολυτέλεια, πολυτελής, συντέλεια, συντελεστής, τελειοποίηση, τέλειος, τελείωση, τελειωτικός, τέλεση, τελεστής, τελεστικός, τελετή, τελευτή, τελικός, τέλος, τελωνειακός, τελωνείο, τελώνης, υποτέλεια, υποτελής.

βλέπουσα < βλέπω: αβλεψία, απρόβλεπτος, βλέμμα, βλεφαρίδα, βλέφαρο, βλέψη, επίβλεψη, περίβλεπτος, πρόβλεψη, προβλέψιμος.

ἄγουσα < ἄγω: αγέλη, άγημα, αγωγή, αγώγι, αγωγιάτης, αγώγιμος, αγωγός, αγώνας, ακτίνα, άμαξα, ανάγωγος, ανεξεταστέος, άξιος, άξονας, απαγωγή, αρχηγός, δημαγωγός, διαγωγή, εισαγωγέας, επαγωγικός, ευάγωγος, λοχαγός, νηπιαγωγός, ξεναγός, παραγωγός, παρείσακτος, παρθεναγωγείο, προακτέος, προσαγωγός, στρατηγός, συναγωγή, υδραγωγείο, χορηγός.

εἰώθασιν < ἔθω (θ. σFεθ-, με έκταση > σFηθ-, με ετεροίωση σFωθ-. Ο παρακείμενος προέκυψε από: σε- σFωθ- α, αποβολή του συμφωνικού συμπλέγματος σF- > σε-σωθ-α > ἔωθα χωρίς δάσυνση > εἴωθα με αντέκταση): εθιμικός, έθιμο, εθιμολογία, εθιμοτυπία, εθιμοτυπικός, εθισμός, εθιστικός, έθος, ήθος.

ἐπιλέγειν < ἐπὶ + λέγω (θ. λεγ-, Fερε- > Fρε- > Fερ-, ἐρε-, ῥε-, Fεπ- > εἰπ-): αναλογικά, αναντίλεκτος, απόρρητος, διαλογικός, ειρήνη, επιλογή, επιλογικά, επίλογος, έπος, επύλλιο, θεολόγος, καλλιέπεια, λεκτικός, λέξη, λέξημα, λεξικό, λέσχη, ορθοεπής, πολυλογάς, ρήμα, ρήση, ρήτορας, ρήτρα.

ἔχουσιν < ἔχω (θ. σεχ-, ἕχ-, σχ-, σχε-, > σχη-, με ετεροίωση): ανακωχή, ανθεκτικός, άσχετος, άσχημος, ενοχικός, ένοχος, έξη, εξής, ευεξία, κατεχόμενα, κατοχικός, καχεκτικός, κληρουχία, παροχή, πάροχος, ραβδούχος, σκηπτούχος, σχεδόν, σχέση, σχήμα, σχηματικός, σχολείο, σχολή.

ἀφελεῖν < ἀπὸ + αἱρέομαι –οῦμαι (ρ. Fαρ + j + ω > Fαιρ- > αἱρ- > αἱρ + ε + ω > αἱρῶ, ρ. Fελ-, > ἐ- Fελ- ον > ἔ-ελ-ον > εἶλον > εἷλον από επίδραση του ενεστώτα, ρ. Fαλ-): αίρεση, αιρετικός, αιρετός, αναίρεση, αναιρετικό, αναφαίρετος, αρχαιρεσίες, αυθαίρετος, αφαίρεση, αφηρημάδα, διαίρεση, διαιρέτης, εξαιρετικός, εξαίρετος, καθαίρεση, προαίρεση, προαιρετικός, συναίρεση, υπεξαίρεση.

προσθεῖναι < πρὸς + τίθημι (θ. θη-, θε-. Ο ενεστώτας προέκυψε από ενεστωτικό αναδιπλασιασμό θί-θη-μι > τί-θη-μι με ανομοίωση): αδιαθεσία, αδιάθετος, ανάθεμα, αντίθετος, αντιπαράθεση, απόθεμα, αποθηκάριος, αποθήκη, διάθεση, διαθήκη, εγκάθετος, έκθεμα, έκθεση, εκθέτης, έκθετος, εμπρόθετος, επίθεση, επιθετικός, επίθετο, θέμα, θεματικός, θεμέλιο, θεμελιώδης, Θέμιδα, θέση, θεσμός, θετός, θήκη, καταθέτης, νομοθέτης, νουθεσία, παράθεμα, παράθεση, παραθετικά, παρακαταθήκη, πρόσθεση, προσθετικός, πρόσθετος, προσθήκη, συγκατάθεση, σύνθεση, συνθετικός, σύνθετος, συνθήκη, τοποθεσία, υιοθεσία, υπερθετικός, υποθετικός.

φθειρούσης < φθείρω (θ. φθερ-j-ω > φθέρρω με αφομοίωση > φθείρω με απλοποίηση και αντέκταση, θ. φθαρ-, φθορ-, από μετάπτωση): αδιάφθορος, φθαρμένος, φθαρτός, φθίση, φθισικός, φθορά, φθοροποιός.

σῳζούσης < σῴζω (ρ. σα-, θ. σωFιδ-, > σῴδ-, με αποβολή του F και υπογραφή του ι- > σῴδ-j-ω > σῴζω, θ. σω < ρ. σα-ο): άσωτος, διάσωση, διασώστης, διασωστικός, ναυαγοσώστης, ναυαγοσωστικός, σώμα, σώος, σωσίας, σώσιμο, σωστικός, σωστός, σωτήρας, σωτηρία, σωτήριος, σώφρων.

πάθη < πάσχω: αδενοπάθεια, αντιπάθεια, αντιπαθής, αντιπαθητικός, απάθεια, απαθής, εμπάθεια, εμπαθής, ευπάθεια, ηδυπάθεια, καρδιοπάθεια, μετριοπάθεια, μετριοπαθής, μυστικοπάθεια, πάθημα, πάθηση, παθητικός, παθητικότητα, παθιάρης, παθογένεια, παθογόνος, παθολογία, παθολογικός, πάθος, πένθιμος, πένθος, πλημμυροπαθής, προσπάθεια, σεισμοπαθής, συμπάθεια, συμπαθής, συμπαθητικός, ωραιοπαθής.

πράξεις < πράττω (θ. πραγ-j-ω > πράττω ή πράσσω): αντίπραξη, άπρακτος, απραξία, διάπραξη, είσπραξη, έμπρακτος, κοινοπραξία, πράγμα, πραγματεία, πράγματι, πραγματικός, πραγματικότητα, πραγματισμός, πραγματογνώμων, πραγματοποίηση, πρακτικός, πράκτορας, πρακτορείο, πραμάτεια, πράξη, πραξικόπημα, πραξικοπηματίας, σύμπραξη.

ἐστὶν < εἰμὶ (ρ. εσ- + -μι > ἐμ –μί με αφομοίωση, > εἰ-μὶ με απλοποίηση και αντέκταση): ανούσιος, εξουσιαστικός, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, οντολογία, οντολογικός, όντως, ουσία, ουσιαστικός, παρόν, παροντικός, παρουσιαστικό.

Ενότητα 9η
Φοβηθῆναι < φοβέομαι –οῦμαι (< φόβος < φέβομαι = από φόβο τρέπομαι σε φυγή): αγοραφοβία, αγοραφοβικός, ανθρωποφοβία, άφοβος, εκφόβηση, εκφοβητικός, εκφοβισμός, εκφοβιστικός, έμφοβος, επίφοβος, ευθυνόφοβος, κενοφοβία, κλειστοφοβία, κλειστοφοβικός, μικροβιοφοβία, μυοφοβία, ξενοφοβία, ξενοφοβικός, περίφοβος, υδροφοβικός, υψοφοβία, φοβέρα, φοβέρισμα, φοβερός, φόβητρο, φοβητσιάρης, φοβία, φοβικός, φοβιστικός, φόβος.

θαρρῆσαι < θαρρέω -ῶ (< θάρσος ή θάρρος με αφομοίωση του σ προς το ρ): αναθάρρηση, αποθάρρυνση, αποθαρρυντικός, ενθάρρυνση, ενθαρρυντικός, θαρραλέος, θάρρεμα, θαρρετά, θαρρετός, θάρρητα, θάρρος, θράσος, θρασύς, θρασύτητα.

ἐπιθυμῆσαι < ἐπὶ + θυμῶ (< θυμός): ανεπιθύμητος, απροθυμία, απρόθυμος, επιθυμητικός, επιθυμητός, επιθυμία, εύθυμος, θυμηδία, θυμικός, θυμοειδής, θυμός, θυμόσοφος, λιποθυμία, οξύθυμος, προθυμία, πρόθυμος.

ὀργισθῆναι < ὀργίζομαι < ὀργή (θ. ὀργίδ-j-ω > ὀργίζω): εξοργιστικός, οργή, οργίλος.

ἐλεῆσαι < ἐλεέω -ῶ< ἔλεος (θ. ἐλεέσ-ω > ἐλεέω με αποβολή του σ > ἐλεῶ με συναίρεση): ανελεημόνως, ανελέητος, ανηλεής, ελεεινός, ελεημονητικός, ελεημοσύνη, ελεήμων, ελεητικός, έλεος.

ἡσθῆναι < ἥδομαι (= ευχαριστιέμαι): ἡσθῆναι < ἥδομαι (= ευχαριστιέμαι, θ. ἡδ-, ἡσ- με τροπή του χαρακτήραδ σε σ μπροστά από το οδοντικό θ > ἡσθήσομαι, ἥσθην): αηδία, ηδονή, ηδονικός, ηδονισμός, ηδονιστής, ηδονιστικός, ηδονοβλεψίας, ηδονοθήρας, ηδονολάτρης, ηδονόπληκτος, ηδονόχαρος, ηδύγλωσσος, ηδυλογία, ηδυντικός, ηδύοσμα, ηδύοσμος (= δυόσμος), ηδυπάθεια, ηδυπαθής, ηδύποτο (= λικέρ), ηδύς, ήδυσμα, ηδύφωνος, ηδύφωτος.

λυπηθῆναι < λυπέομαι –οῦμαι < λύπη (θ. λυπε-j ω> λυπέ-ω > λυπῶ): αλύπητα, άλυπος, αξιολύπητος, λύπη, λυπηρός, λύπηση, λυπητερός, λυπομανής, λυπομανία, περίλυπος, συλλυπητήριος.

ἔστι < εἰμὶ (ρ. ἐσ-, -μι- κατάληξη > ἐμ-μὶ με αφομοίωση > εἰμὶ με απλοποίηση και αντέκταση): ανούσιος, απουσία, εξουσία, επουσιώδης, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, ομοούσιος, ον, οντολογία, οντολογικός, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρετυμολογία, παρετυμολογικός, παρόν, παροντικός, παρουσία, παρουσιαστικό, περιουσία, περιουσιακός, περιούσιος.

δεῖ: αδέητος, δέηση, ενδεής, ένδεια.

ὁμοίως: αφομοίωση, εξομοίωση, ομογένεια, ομόθρησκος, ομοϊδεάτης, ομοιογένεια, ομοιομορφία, όμοιος, ομοιόσταση, ομοιότητα, ομοίωμα, ομοιωματικός, ομολογία, ομόνοια, όμορος, παρόμοιος, παρομοίωση, προσομοίωση.

πάθη < πάσχω: αδενοπάθεια, αντιπάθεια, αντιπαθής, αντιπαθητικός, απάθεια, απαθής, εμπάθεια, εμπαθής, ευπάθεια, ηδυπάθεια, καρδιοπάθεια, μετριοπάθεια, μετριοπαθής, μυστικοπάθεια, πάθημα, πάθηση, παθητικός, παθητικότητα, παθιάρης, παθογένεια, παθογόνος, παθολογία, παθολογικός, πάθος, πένθιμος, πένθος, πλημμυροπαθής, προσπάθεια, σεισμοπαθής, συμπάθεια, συμπαθής, συμπαθητικός, ωραιοπαθής.

πράξεις < πράττω: αδιαπραγμάτευτος, αντίπραξη, άπρακτος, απραξία, διαπραγμάτευση, διάπραξη, εισπράκτορας, είσπραξη, έμπρακτος, εχθροπραξία, κοινοπραξία, πράγμα, πραγματεία, πράγματι, πραγματικός, πραγματικότητα, πραγματισμός, πραγματογνώμων, πραγματοποίηση, πρακτικός, πράκτορας, πρακτορείο, πραμάτεια, πράξη, πραξικόπημα, πραξικοπηματίας, σύμπραξη.

ἁμαρτάνεται < ἁμαρτάνομαι (ρ. σμαρ- ή μερ- + στερητικό α + πρόσφυμα τ > α-σμαρ-τ > ἁμάρτ- με τροπή του σσε δασεία > ἁμαρτ-+ πρόσφυμα αν > ἁμαρτάνω): αμάρτημα, αμαρτία, αμαρτωλός, αναμάρτητος.

ψέγεται < ψέγομαι < ψόγος (με ετεροίωση): αψεγάδιαστος, άψογος, φιλόψογος, ψεγάδι, ψεγάδιασμα, ψέκτης, ψεκτικός, ψεκτός, ψόγος.

ἐπαινεῖται < ἐπαινῶ: αινετός, επαινέτης, επαινετικός, επαινετός, έπαινος, παίνεμα, παραίνεση, παραινετικός, συναίνεση, συναινετικός.

κατορθοῦται < κατὰ + ὀρθόω -ῶ: αδιόρθωτος, ακατόρθωτος, διόρθωμα, διορθώνω, διόρθωση, διορθωτής, διορθωτικό, επανορθώνω, επανόρθωση, επανορθωτικός, επιδιόρθωση, κατόρθωμα, κατορθώνω, όρθιος, ορθολογισμός, ορθολογιστής, ορθοπτικός, ορθός, ορθοσκόπηση, ορθοσκόπιο, ορθοστασία, ορθοστάτης, ορθοστατικός, ορθότητα, ορθοτομία, ορθοτροπισμός, ορθόφρων, ορθοφωνία, ορθώνω, παλινόρθωση.

Ενότητα 10η
ἁμαρτάνειν <ἁμαρτάνω (ρ. σμαρ- ή μερ- + στερητικό α + πρόσφυμα τ > α-σμαρ-τ > ἁμάρτ- με τροπή του σ σε δασεία > ἁμαρτ-+ πρόσφυμα αν > ἁμαρτάνω): αμάρτημα, αμαρτία, αμαρτωλός, αναμάρτητος.

ἔστιν < εἰμὶ (ρ. ἐσ-, μι-κατάληξη > ἐμ-μὶ με αφομοίωση > εἰμὶ με απλοποίηση και αντέκταση): ανούσιος, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικό, έτυμον, οντολογία, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν, παροντικός, παρουσιαστικό, περιουσία, περιούσιος, τωόντι.

εἴκαζον < εἰκάζω (ρ. Fικ-, πρόθεμα –ε > ἐFικ- > εἰκ-, κατάληξη αδ- + j + ω > εἰκάδjω > εἰκάζω): απείκασμα, εικασία, εικαστικός, εικόνα, εικονικός, εικονιστικός, εικονογράφημα, εικονογράφηση, εικονογραφία, εικονοκλάστης, εικονολάτρης, εικονολήπτης, εικονομάχος, εικονοσκόπιο, εικονοτηλέφωνο, εικονοτυπία, επιεικής.
πεπερασμένου < περαίνομαι < πέρας (θ. περᾰν- + επένθεση του προσφύματος -j, + κατάληξη –ω > περάνjω > περαίνω. To  του θέματος εκτείνεται σε  στον αόριστο και όχι σε η: ἐπέρᾰν-σα > ἐπέρᾰννα > ἐπέρᾱνα): απέραντος, περαιτέρω, πέραν, πέρας, πορθμέας, πορθμείο, πορθμός, πόρος, συμπέρασμα, συμπερασματικός, συμπερασμός.

κατορθοῦν < κατὰ + ὀρθόω -ῶ (<ὀρθός): αδιόρθωτος, ακατόρθωτος, ανορθόγραφος, ανορθωτικός, διορθώνω, διόρθωση, διορθωτής, διορθωτικός, επανορθώνω, επιδιόρθωση, επιδιορθωτικός, κατόρθωμα, κατορθώνω, όρθιος, ορθογραφικό, ορθογράφος, ορθογώνιος, ορθοδοξία, ορθοέπεια, ορθολογισμός, ορθολογιστής, ορθομαρμάρωση, ορθομετρικός, ορθομετωπία, ορθοπαιδική, ορθόπλωρος, ορθός, ορθότητα, ορθοφωνία, ορθώνω, παλινόρθωση.

ῥᾴδιον: ραδιουργία, ραδιούργος, ραθυμία, ράθυμος, ραστώνη.

ἀποτυχεῖν < ἀπὸ + τυγχάνω, ἐπιτυχεῖν < ἐπὶ + τυγχάνω (θ. τευχ- > τυχ- με συστολή, + πρόσφυμα –ν— πριν από τον χαρακτήρα –χ- + αν- + ω > τυ-ν-χ- άν-ω > τυγχάνω. Ο παρακείμενος προκύπτει από θ. τευχ- > τυχ- με συστολή, + πρόσφυμα –ε εκτεινόμενο σε –η): αποτυχία, ατυχής, ατυχία, άτυχος, δυστυχής, δυστυχία, εντευκτήριο, επίτευγμα, επίτευξη, επιτεύξιμος, επιτυχής, επιτυχία, ευτυχής, ευτυχία, πρόστυχος, συνέντευξη, τεύχος, τυχαία, τυχαίος, τυχάρπαστος, τυχερός, τύχη, τυχοδιώκτης, τυχόν.

σκοποῦ < σκοπέω -ῶ: ακτινοσκόπηση, ανασκόπηση, άσκοπος, αυτοσκοπός, βιντεοσκόπηση, βολιδοσκόπηση, βυθοσκόπηση, δημοσκόπηση, επίσκεψη, επισκέψιμος, επισκόπηση, επίσκοπος, καιροσκόπος, κατασκοπία, κατάσκοπος, κερδοσκοπία, κερδοσκόπος, μικροσκόπιο, οιωνοσκόπος, περίσκεψη, περισκόπιο, πρόσκοπος, σκεπτικισμός, σκεπτικός, σκέψη, σκόπελος, σκοπιά, σκόπιμος, σκοποβολή, σκοπός, στηθοσκόπιο, συνδιάσκεψη, σύσκεψη, τηλεσκόπιο, ωροσκόπιο, ωροσκόπος.

ὑπερβολὴ, ὑπερβάλλειν < ὑπὲρ + βάλλω: αμφιβολία, αμφίβολος, αναβλητικός, αναβολέας, αναβολή, ανυπέρβλητος, αποβλητέος, απόβλητος, βαλβίδα, βαλλιστικός, βαλτός, βεληνεκές, βελόνα, βέλος, βλήμα, βολή, βολίδα, βόλος, διαβλητός, διαβολικός, διάβολος, έμβλημα, εμβληματικός, έμβολο, επιβλητικός, ευμετάβολος, καταβολή, κεραυνοβόλος, λιθοβολισμός, μεταβολικός, παράβολο, περιβάλλον, πρόβλημα, πυροβολισμός, συμβολή, σύμβολο, σφαιροβολία, υπερβολή, υποβλητικός, υποβολέας.

ἔλλειψις, ἐλλείπειν < λείπω: διάλειμμα, διάλειψη, εγκατάλειψη, έκλειψη, έλλειμμα, ελλειπτικός, έλλειψη, ελλιπής, κατάλοιπος, λειψανδρία, λείψανο, λειψανοθήκη, λειψός, λειψυδρία, λιποβαρής, λιποθυμία, λιποθυμικός, λιπόθυμος, λίπος, λιπόσαρκος, λιποτάκτης, λιποταξία, λιπόψυχος, λοιπόν, λοιπός, παραλειπτέος, παράλειψη, υπόλειμμα, υπόλοιπος.

ἀρετῶν < ρ. αρ-, που συναντάμε στα ἀραρίσκω (= τακτοποιώ, προετοιμάζω, ταιριάζω), ἀρέσκω, ἄριστος:αρέσκεια, αρεστός, άρθρο, αριθμός, αριστείο, αριστοκρατία, άριστος, άρμα, αρμονία, αρμός, δυσαρέσκεια, ενάρετος, πανάρετος, φιλαρέσκεια, ενάρετος, πανάρετος.

ἕξις < ἔχω: ακάθεκτος, αλληλουχία, ανακωχή, ανεκτικός, ανέχεια, ανοχή, άσχετος, διπλωματούχος, έξη, εξής, εξοχή, εποχή, ευεξία, ευωχία, εχεμύθεια, ζαχαρούχος, κατοχή, καχεκτικός, καχεξία, κληρουχία, οχυρός, οχύρωση, παροχή, περιέκτης, περιεκτικός, προεξοχή, προνομιούχος, προσεκτικός, πτυχιούχος, σοκολατούχος, συμβασιούχος, συνέχεια, συνοχή, σχέδιο, σχεδόν, σχέση, σχετικός, σχήμα, σχολείο, τροπαιούχος.

προαιρετικὴ, αἱρεῖσθαι < πρὸ + αἱρέω -ῶ: αίρεση, αιρετικός, αιρετός, αναίρεση, αναιρετικός, αρχαιρεσία (σημείωση: το θέμα «ἑλ-» του αορίστου β΄, συνδέεται ετυμολογικά, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, με το ρήμα «ἁλίσκομαι»: άλωση, αιχμάλωτος, ευάλωτος), αφαίρεση, αφηρημάδα, διαίρεση, διαιρέτης, διαιρετός, εξαιρετικός, καθαίρεση, προαίρεση, προαιρετικός, συναίρεση, συνηρημένος.

ὡρισμένῃ, ὁρίσειεν < ὁρίζω: ὡρισμένῃ, ὁρίσειεν < ὁρίζω: ακαθόριστος, αόριστος, αφορισμός, αφοριστικός, διορισμός, διοριστήριο, εξορία, εξόριστος, επανακαθορισμός, καθοριστικός, μεθόριος, οριακός, ορίζοντας, οριζόντιος, οριζοντίωση, όριο, οριοθέτηση, ορισμός, οριστική, οριστικός, παραμεθόριος, περιορισμός, περιοριστικός, προκαθορισμός, προορισμός, προσδιορισμός, προσδιοριστικός, συνοριακός, σύνορο.

φρόνιμος < φρὴν (γεν. φρενός): αφροσύνη, εθνικόφρων, ευφροσύνη, εχέφρων, καταφρόνια, μετριοφροσύνη, μετριόφρων, νομιμοφροσύνη, παραφροσύνη, παράφρων, περιφρόνηση, περιφρονητικός, σωφροσύνη, φιλοφρόνηση, φρενίτιδα, φρενοβλαβής, φρενοκομείο, φρόνημα, φρονηματισμός, φρόνηση, φρονιμίτης.

δέοντος < δεῑ: δέηση, δεητικός, αδέητος, ενδεής, ένδεια.

πάθεσι < πάσχω: αδενοπάθεια, αντιπάθεια, αντιπαθής, αντιπαθητικός, απάθεια, απαθής, εμπάθεια, εμπαθής, ευπάθεια, ηδυπάθεια, καρδιοπάθεια, μετριοπάθεια, μετριοπαθής, μυστικοπάθεια, πάθημα, πάθηση, παθητικός, παθητικότητα, παθιάρης, παθογένεια, παθογόνος, παθολογία, παθολογικός, πάθος, πένθιμος, πένθος, πλημμυροπαθής, προσπάθεια, σεισμοπαθής, συμπάθεια, συμπαθής, συμπαθητικός, ωραιοπαθής.

πράξεσι < πράττω: αδιαπραγμάτευτος, αντίπραξη, άπρακτος, απραξία, διαπραγμάτευση, διάπραξη, εισπράκτορας, είσπραξη, έμπρακτος, εχθροπραξία, κοινοπραξία, πράγμα, πραγματεία, πράγματι, πραγματικός, πραγματικότητα, πραγματισμός, πραγματογνώμων, πραγματοποίηση, πρακτικός, πράκτορας, πρακτορείο, πραμάτεια, πράξη, πραξικόπημα, πραξικοπηματίας, σύμπραξη.

εὑρίσκειν < εὑρίσκω: ανεύρεση, δυσεύρετος, εύρεση, ευρεσιτεχνία, ευρετήριο, ευρετής, εύρετρα, εύρημα, ευρηματικός, εφεύρεση, εφευρέτης, εφευρετικός, συνεύρεση.


Πολιτικά
Ενότητα 11η
πόλις: αντιπολίτευση, απολίτιστος, διαπολιτισμικός, κοινοπολιτεία, κωμόπολη, μεταπολίτευση, πόλη, πολιούχος, πολιτεία, πολιτειακός, πολιτευτής, πολίτης, πολιτικάντης, πολιτικολογία, πολιτικοποίηση, πολιτικός, πολιτισμικός, πολιτισμός, συμπολίτης.

ὁρῶμεν < ὁράω -ῶ: (θ. Foρᾱ- > ὁρᾱ-ω > ὁρῶ· θ. ὀπ- + σο + μαι > ὄψομαι· θ. Fιδ- > ἔ - Fιδ- ον > εἶδον με αποβολή του F και συναίρεση. Ο παρατατικός προέκυψε από αύξηση η: ἠ- Fορᾱ- ον· με αποβολή του F και αντιμεταχώρηση των φωνηέντων > ἐώραον· με δάσυνση του  από επίδραση του ενεστώτα και συναίρεση > ἑώρων. Ο παρακείμενος σχηματίζεται από: Fε-Fόρα-κα· με δάσυνση του πρώτου F και αποβολή του δεύτερου > ἑ-όρα-κα· με έκταση > ἑώρακα. Ο δεύτερος τύπος παρακειμένου: ὀπ- μαι· με χρονική αύξηση και αφομοίωση τουπ σε μ > ὦμμαι): αδιόρατος, αντικατοπτρισμός, αόμματος, αόρατος, αυτόπτης, αυτοψία, διορατικός, είδος, ειδύλλιο, είδωλο, ενόραση, επόπτης, εποπτικός, θεόρατος, θυρωρός, ιδανικός, ιδέα, ιδεατός, ιδεολογία, ιδεολογικός, ιδεολόγος, κάτοπτρο, κάτοψη, μέτωπο, όμμα, οπή, οπτικός, όραμα, οραματιστής, όραση, ορατός, οφθαλμός, όψη, πανόραμα, παρόραμα, παρωπίδα, πρόσοψη, προσωπίδα, πρόσωπο, συνοπτικός, τηλεόραση, ύποπτος, υποψία.
κοινωνίαν < κοινωνὸς < κοινός: επικοινωνία, κοινό (το), κοινόβιο, κοινοβούλιο, κοινοκτημοσύνη, κοινοποίηση, κοινοπολιτεία, κοινοπραξία, κοινότητα, κοινοτικός, κοινοτοπία, κοινόχρηστος, κοινωνικός, κοινωνικότητα, κοινωνιολογία, κοινωφελής, συγκοινωνία.

οὖσαν, εἶναι, ἐστὶν < εἰμὶ (ρ. ἐσ-, μι-κατάληξη· με αφομοίωση > ἐμ-μὶ· με απλοποίηση και αντέκταση > εἰμί): ανούσιος, απόν, απουσία, εξουσία, εξουσιαστικός, επουσιώδης, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, ομοούσιος, ον, οντολογία, οντολογικός, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν (το), παρουσία, παρουσιαστικό, περιουσία, περιουσιακός, περιούσιος, τωόντι.

συνεστηκυῖαν < σὺν + ἕστηκα < ἵσταμαι (θ. στη- και στᾰ-. Ο ενεστώτας σχηματίστηκε από τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό σι-, το θέμα στη- και την κατάληξη –μι > σί-στη-μι· το σ τρέπεται σε δασεία > ἵστημι): ακαταστασία, ακατάστατος, αμαξοστάσιο, αναντικατάστατος, ανάσταση, αναστάσιμος, ανάστατος, ανάστημα, αντικατάσταση, αντικαταστάτης, αντιστάθμιση, αντίσταση, απόσταση, αποστασία, αποστάτης, απόστημα, αστάθεια, ασταθής, αστάθμητος, άστατος, ασυστηματοποίητος, διάσταση, διάστημα, έκσταση, ένσταση, επαναστάτης, επιστασία, επιστάτης, επιστήθιος, επιστητός, ηλιοστάσιο, ιστίο, ιστός, κατάσταση, καταστατικό, μεταστατικός, μηχανοστάσιο, ορθοστασία, ορθοστατικός, παράσταση, παραστάτης, παραστατικός, παράστημα, προστασία, προστατευτικός, προστάτης, στάδιο, σταθεροποίηση, σταθερός, σταθερότητα, στάθμευση, στάθμη, σταθμός, στάση, στασίδι, στάσιμος, στασιμότητα, στατήρας, στατικός, σταυρός, σταύρωση, στήθος, στήλη, στηλιτεύω, στήσιμο, στητός, στύλος, συμπαράσταση, συμπαραστάτης, σύσταση, συστατικός, σύστημα, συστηματικός, υπόσταση.

δοκοῦντος < δοκέω -ῶ: αδόκητος, αδοκήτως, αδόκιμος, άδοξος, αισιοδοξία, αισιόδοξος, απαισιοδοξία, απαισιόδοξος, απροσδόκητος, δόγμα, δογματικός, δογματικότητα, δογματισμός, δοκάνη, δοκησίσοφος, δοκιμασία, δοκιμή, δοκίμιο, δοκιμιογράφος, δόκιμος, δόξα, δοξασία, δοξαστικός, δοξολογία, ένδοξος, επίδοξος, κενόδοξος, ματαιοδοξία, ματαιόδοξος, μισαλλοδοξία, μισαλλόδοξος, ορθόδοξος, παραδοξολογία, παράδοξος, προσδοκία, προσδόκιμος, φιλοδοξία, φιλόδοξος.

πράττουσι < πράττω (θ. πραγ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ω > πράττω / πράσσω. Όλα τα λήγοντα σε -ᾰττω ρήματα έχουν το  βραχύχρονο. Από τον κανόνα εξαιρείται το πράττω, καθώς έχει το  μακρόχρονο): αδιαπραγμάτευτος, αντίπραξη, απράγμων, άπρακτος, απραξία, διαπραγμάτευση, διάπραξη, εισπράκτορας, είσπραξη, εμπράγματος, έμπρακτος, εχθροπραξία, κοινοπραξία, πράγμα, πραγματεία, πράγματι, πραγματικός, πραγματικότητα, πραγματισμός, πραγματογνωμοσύνη, πραγματογνώμων, πραγματοποίηση, πραγματοποιήσιμος, πρακτέος, πρακτικό, πρακτικός, πράκτορας, πρακτορείο, πραμάτεια, πράξη, πραξικόπημα, πραξικοπηματίας, σύμπραξη.

δῆλον < δηλόω -ῶ: άδηλος, αδήλωτος, δηλαδή, δήλωση, δηλωτικός, διαδήλωση, έκδηλος, εκδήλωση, εκδηλωτικός, κατάδηλος (=ολοφάνερος), πρόδηλος, συνυποδήλωση.

στοχάζονται < στόχος (θ. στοχαδ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ομαι > στοχάζομαι): αστόχαστος, αστοχία, άστοχος, βαθυστόχαστος, ευστοχία, εύστοχος, στοχασμός, στοχαστής, στοχαστικός, στόχαστρο, στόχευση, στοχοθεσία, στοχοποίηση, στόχος.

κυριωτάτου < κύριος: άκυρος, ακύρωση, έγκυρος, εγκυρότητα, επικύρωση, κυρία, κυριακάτικος, Κυριακή, κυριαρχία, κυρίαρχος, κυρίευση, κυριολεκτικός, κυριολεξία, κυριότητα, κύρος.

περιέχουσα <περὶ + ἔχω (θ. σεχ-, ἑχ-, σχ-, σχε-> σχη-): ανακωχή, αποχή, άσχετος, άσχημος, ενοχικός, έξη, εξής, εξοχή, έξοχος, κατεχόμενα, κατοχικός, παροχή, πάροχος, περιεχόμενο, περιοχή, πολιούχος, ραβδούχος, σκηπτούχος, σχεδόν, σχέση, σχετικός, σχήμα, σχηματικός, σχολείο, σχολή, σχόλη, υπέροχος.

καλουμένη < καλέομαι -οῦμαι: αμετάκλητος, ανάκληση, ανακλητικός, ανακλητός, απρόσκλητος, αυτόκλητος, έγκλημα, εγκληματίας, εγκληματικός, εγκληματολόγος, έγκληση, έκκληση, εκκλησία, εκκλησιαστικός, έκκλητος, επίκληση, κάλεσμα, κλήση, κλητήρας, κλητήριος, κλητικός, κλητός, μετάκληση, μετακλητός, παράκληση, παρακλητικός, παράκλητος, πρόκληση, προκλητικός, πρόσκληση, προσκλητήριο, σύγκληση, συγκλητικός, σύγκλητος.


Ενότητα 15η
Ἐπισκοποῦντι, σκέψις, σκεπτέον < σκοπέω -ῶ (θ. σκεπ- + πρόσφυμα τ + κατάληξη –ομαι > σκέπτομαι· με ετεροίωση του ε σε ο + πρόσφυμα ε + κατάληξη –ω > σκοπέω· με συναίρεση > σκοπῶ): ακτινοσκόπηση, ανασκόπηση, απερίσκεπτος, άσκοπος, αυτοσκοπός, βιντεοσκόπηση, βολιδοσκόπηση, βυθοσκόπηση, δημοσκόπηση, ειδωλοσκόπιο, επιδιασκόπιο, επίσκεψη, επισκέψιμος, επισκόπηση, επίσκοπος, καιροσκόπος, κατασκοπία, κατάσκοπος, κερδοσκοπία, κερδοσκόπος, μικροσκόπιο, οιωνοσκόπος, περίσκεψη, περισκόπιο, προεπισκόπηση, προσκοπισμός, πρόσκοπος, σκεπτικισμός, σκεπτικός, σκέψη, σκόπελος, σκοπιά, σκόπιμος, σκοπιμότητα, σκοπιωρός, σκοποβολή, σκοπός, στηθοσκόπιο, συνδιάσκεψη, σύσκεψη, τηλεσκόπιο, ωροσκόπιο, ωροσκόπος.

πόλις: αντιπολίτευση, απολίτιστος, διαπολιτισμικός, κοινοπολιτεία, κωμόπολη, μεταπολίτευση, πόλη, πολιούχος, πολιτεία, πολιτειακός, πολιτευτής, πολίτης, πολιτικάντης, πολιτικολογία, πολιτικοποίηση, πολιτικός, πολιτισμικός, πολιτισμός, συμπολίτης.

ἰδεῖν, ὁρῶμεν < ὁράω -ῶ (θ. Foρᾱ- > ὁρᾱ-ω > ὁρῶ· θ. ὀπ- + σο + μαι > ὄψομαι· θ. Fιδ- > ἔ - Fιδ- ον > εἶδον με αποβολή του F και συναίρεση. Ο παρατατικός προέκυψε από αύξηση η: ἠ- Fορᾱ- ον· με αποβολή του F και αντιμεταχώρηση των φωνηέντων > ἐώραον· με δάσυνση του  από επίδραση του ενεστώτα και συναίρεση > ἑώρων. Ο παρακείμενος σχηματίζεται από: Fε-Fόρα-κα· με δάσυνση του πρώτου F και αποβολή του δεύτερου > ἑ-όρα-κα· με έκταση > ἑώρακα. Ο δεύτερος τύπος παρακειμένου: ὀπ- μαι· με χρονική αύξηση και αφομοίωση του π σε μ > ὦμμαι): αδιόρατος, αντικατοπτρισμός, αόμματος, αόρατος, αυτόπτης, αυτοψία, διορατικός, είδος, ειδύλλιο, ειδώλιο, είδωλο, ενόραση, εποπτικός, θεόρατος, θυρωρός, ιδανικός, ιδέα, ιδεατός, ιδεολογία, ιδεολόγος, ιδεώδης, κάτοπτρο, κάτοψη, μέτωπο, όμμα, οπή, οπτικός, όραμα, όραση, ορατός, οφθαλμίατρος, οφθαλμός, όψη, πανόραμα, πανοραμικός, παρόραμα, παρωπίδα, προσωπίδα, πρόσωπο, συνοπτικός, τηλεόραση, ύποπτος, υποψία.

ἐστιν < εἰμὶ (ρ. ἐσ-, μι-κατάληξη· με αφομοίωση > ἐμ-μὶ· με απλοποίηση και αντέκταση > εἰμί): ανούσιος, απόν, απουσία, εξουσία, εξουσιαστικός, επουσιώδης, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, μετουσίωση, ομοούσιος, ον, οντολογία, οντολογικός, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν (το), παρουσία, παρουσιαστικό, περιουσία, περιουσιακός, περιούσιος, τωόντι.

ἀμφισβητοῦσιν < ἀμφισβητέω-ῶ < ἀμφὶς (ποιητική πρόθεση = χωριστά, γύρω) + θ. βη- του ρ. βαίνω + προσφύματα τ και ε + κατάληξη –ω > ἀμφισβητέω > ἀμφισβητῶ (με αύξηση εσωτερική και εξωτερική: ἠμφεσβήτουν): αδιαμφισβήτητος, ακροβάτης, αμφισβήτηση, αμφισβητήσιμος, αμφισβητίας, ανάβαση, αναβάτης, αναμφισβήτητος, βάδην, βαθμός, βάθρο, βάση, βατήρας, βατός, βήμα, βηματοδότης, βωμός, διάβαση, διαβάτης, δύσβατος, έμβασμα, επιβάτης, κατάβαση, παραβάτης, πρόσβαση.

φάσκοντες < φημὶ (θ. φη-, φᾰ-, φᾱ-· με ετεροίωση > φω-): αντίφαση, αντιφατικός, απόφαση, αποφατικός, άφατος, διαφήμιση, διαφημιστικός, δυσφήμιση, δυσφημιστικός, έμφαση, εμφατικός, επίφαση, κατάφαση, καταφατικός, πρόσφατος, πρόφαση, προφητεία, προφήτης, φάση, φήμη, φημολογία.

πεπραχέναι, πρᾶξιν, πραγματείαν < πράττω (θ. πραγ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ω > πράττω / πράσσω. Όλα τα λήγοντα σε -ᾰττω ρήματα έχουν το  βραχύχρονο. Από τον κανόνα εξαιρείται το πράττω, καθώς έχει το μακρόχρονο): αδιαπραγμάτευτος, αντίπραξη, άπραγος, άπρακτος, απραξία, διαπραγμάτευση, διάπραξη, εισπράκτορας, είσπραξη, έμπρακτος, εχθροπραξία, κοινοπραξία, πεπραγμένο, πολυπράγμων, πράγμα, πραγματεία, πράγματι, πραγματικός, πραγματικότητα, πραγματισμός, πραγματογνώμονας, πραγματολογία, πραγματοποίηση, πρακτέος, πρακτικό, πρακτικός, πράκτορας, πρακτορείο, πραμάτεια, πράξη, πραξικόπημα, πραξικοπηματίας, σύμπραξη.

ὀλιγαρχία < ὀλίγος + ἄρχω: αναρχία, αναρχικός, ανυπαρξία, αρχαϊκός, αρχαίος, αρχαιότητα, αρχάριος, αρχέγονος, αρχείο, αρχέτυπος, αρχή, αρχηγείο, αρχηγία, αρχηγός, αρχίατρος, αρχικός, αρχιμάγειρας, αρχιτέκτονας, αρχομανής, αρχομανία, αρχονταρίκι, άρχοντας, αρχοντικός, γυμνασιάρχης, δασαρχείο, δασάρχης, δυαρχία, εναρκτήριος, έναρξη, επαρχία, έπαρχος, εργοστασιάρχης, ληξίαρχος, λήσταρχος, λυκειάρχης, μεραρχία, μοίραρχος, νομάρχης, πατριαρχείο, πατριάρχης, πειθαρχία, πλοίαρχος, σταθμάρχης, στρατάρχης, ταξιαρχία, υπαρκτός, ύπαρξη, υπαρχηγός, φεουδαρχία, φεουδαρχικός.

νομοθέτου < νόμος + τίθημι

α) νόμος < νέμω: αγορανομία, ανομία, απονομή, αστυνομία, αστυνομικός, αστυνόμος, αυτονομία, αυτόνομος, δασονομία, δασονόμος, διανομέας, διανομή, εξοικονόμηση, κατανομή, νέμεση, νομαδικός, νομική, νομικός, νόμισμα, νομισματικός, νομοθεσία, νομοθέτης, νομομαθής, νομός, νόμος, νομοσχέδιο, νομοταγής, οικονομία, οικονόμος, παρανομία, παράνομος, ταξινόμηση, τροχονόμος, υπόνομος, χειρονομία.

β) τίθημι (θ. θη-· με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό θί-θη-· με ανομοίωση > τί-θη-· με κατάληξη –μι > τίθημι· θ. θε-, ασθενές): αδιαθεσία, αντίθετος, απόθεμα, αποθηκάριος, αποθήκη, διάθεση, διαθήκη, έκθεμα, έκθεση, εκθέτης, έκθετος, εμπρόθετος, επίθεση, επιθετικός, θέμα, θεμέλιο, θεμελιώδης, θέση, θεσμός, θετός, θήκη, καταθέτης, νουθεσία, παράθεμα, παράθεση, παρακαταθήκη, πρόσθετος, σύνθεση, συνθετικός, σύνθετος, συνθήκη, τοποθεσία, υιοθεσία.
οἰκούντων < οἰκέω -ῶ < οἶκος < Fοικ-ος: αδιοίκητος, αποικία, αποικισμός, αποικιστικός, άποικος, διοίκηση, διοικητήριο, διοικητής, διοικητικός, ένοικος, έποικος, ιδιοκατοίκηση, κατοικήσιμος, κατοικία, κάτοικος, μετοίκηση, μέτοικος, μονοκατοικία, οικέτης, οίκημα, οίκηση, οικία, οικισμός, οικιστικός, οικογένεια, οικοδεσπότης, οικολογία, οικονομία, οικόπεδο, οίκος, οικόσημα, οικόσιτος, οικοσκευή, οικότροφος, οικουμένη, παροικία, πάροικος, περίοικος, πολυκατοικία, συγκατοίκηση, συγκάτοικος, συνδιοίκηση, συνένοικος, συνοίκηση, συνοικία, σύνοικος.

συγκειμένων < σὺν + κεῖμαι: (παρακείμενος με σημασία ενεστώτα του «τίθεμαι». θ. κει-, κε-· με μετάπτωση κοι-): αντικειμενικός, αντικειμενικότητα, αντικείμενο, διακειμενικός, διακειμενικώς, επικείμενος, κειμενικός, κείμενο, κειμενογράφος, κειμήλιο, κοίτασμα, κοίτη, κοιτίδα, κοιτώνας, κώμα, κωματώδης, κωμόπολη, παρακείμενος, προκείμενος, προσκείμενος, υποκειμενικός, υποκειμενικότητα, υποκείμενο.

συνεστώτων < σὺν + ἵσταμαι (θ. στη-, στα-· με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό σί- στη- + κατάληξη –μι και με τροπή του σ σε δασεία > ἵστημι): ακαταστασία, ακατάστατος, αμαξοστάσιο, αναντικατάστατος, ανάσταση, αναστάσιμος, ανάστατος, ανάστημα, αντιστάθμιση, αντίσταση, απόσταση, αποστασία, αποστάτης, απόστημα, αστάθεια, ασταθής, αστάθμητος, διάσταση, διάστημα, έκσταση, εκστατικός, ένσταση, επαναστάτης, επαναστατικός, επιστασία, επιστάτης, επιστήθιος, επιστητός, ηλιοστάσιο, ιστιοφόρο, ιστός, κατάσταση, καταστατικό, μεταστατικός, μηχανοστάσιο, ορθοστασία, ορθοστατικός, παράσταση, παραστάτης, παραστατικός, παράστημα, προστασία, προστατευτικός, προστάτης, στάδιο, σταθεροποίηση, σταθερός, σταθερότητα, στάθμευση, στάθμη, σταθμός, στάση, στασίδι, στάσιμος, στασιμότητα, στατήρας, στατικός, σταυρός, σταύρωση, στήθος, στήλη, στηλιτεύω, στήσιμο, στητός, στύλος, συμπαράσταση, συμπαραστάτης, σύσταση, συστατικός, υπόσταση.

μορίων < μείρομαι (θ. σμερ-· με έκπτωση του σ > μερ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ομαι > μερjομαι· με αφομοίωση του j από το ρ, με απλοποίηση και αναπληρωματική έκταση > μέρρομαι > μείρομαι): άμοιρος, ανωμερίτης, δύσμοιρος, επιμερισμός, κακόμοιρος, καταμερισμός, κατωμερίτης, μεμψίμοιρος, μερίδα, μερίδιο, μερικός, μέρισμα, μέρος, μερτικό, μοίρα, μοιραίος, μοίραρχος, μοιρασιά, μοίρασμα, μοιρογνωμόνιο, μοιρολατρία, μοιρολόγι, παράμερος, συμμορία.

χρὴ < χρή, ἡ (= ανάγκη, χρεία), θ. χρή-: αχρείαστος, άχρηστος, τοκοχρεολύσια, χρεία, χρειώδης, χρεόγραφο, χρεοκοπία, χρεολύσιο, χρεοπίστωση, χρέος, χρεοστάσιο, χρεοφειλέτης, χρεώστης, χρήμα, χρηματαγορά, χρηματαποστολή, χρηματικός, χρηματοπιστωτικό.

καλεῖν < καλέ-ω > καλῶ (ρ. καλ-· με μετάθεση > κλα-· με έκταση > κλη-. Ο ενεστώτας σχηματίζεται από το θέμα καλ- + το πρόσφυμα ε, την κατάληξη –ω και με συναίρεση > καλῶ. Ο χαρακτήρας ε διατηρείται πριν από το σ της κατάληξης > καλέ-σω, καλέ-σομαι): απροσκάλεστος, έγκλημα, εγκληματικός, εκκλησία, έκκλητος, κλήση, κλητήρας, κλητήριο, κλητική, κλητός, παράκληση, παράκλητος, παρεκκλήσι, προκλητικός, συγκλητικός, σύγκλητος.

ὁμολογοῦσι < ὁμολογέ-ω > ὁμολογῶ < ὁμόλογος < ὁμοῦ + λέγω: αναλογία, αναλογικός, ανείπωτος, απολογητικός, απολογία, απόρρητος, διάλεκτος, διάλεξη, διαλογή, διαλογικός, διάλογος, δυσλεκτικός, δυσλεξία, έλλογος, επικός, επιλεκτικός, επίλεκτος, επιλογή, επίλογος, επίρρημα, έπος, ιδιόλεκτος, κυριολεκτικός, κυριολεξία, λεκτικός, λέξη, λεξικό, λεξικογράφος, λεξιλόγιο, λεξιπενία, λογική, λογικός, λόγος, μονολεκτικός, μονόλογος, ομολογία, παράλογος, παρρησία, πρόλογος, ρήμα, ρήση, (το) ρητό, ρήτορας, ρητορικός, ρητός, ρήτρα, συλλογή, συλλογικός, σύλλογος, συνδιάλεξη, υπόλογος.

δημοκρατίᾳ < δῆμος + κρατέω -ῶ

α) δῆμος: αδημοσίευτος, αναδημοσίευση, αντιδημοτικός, δημαγωγός, δημαρχείο, δήμαρχος, δημιουργία, δημοπρασία, δημοπράτηση, δήμος, δημοσίευμα, δημοσίευση, δημοσιογραφία, δημοσιογράφος, δημοσιονομικός, δημόσιος, δημοσκόπηση, δημότης, δημοτικισμός, δημοτικός, δημοτικότητα, δημοτολόγιο, δημοφιλής, δημοψήφισμα, επιδημία, πανδημία, συνδημότης.

β) κρατέω -ῶ > κρατῶ < κράτος (ρ. κρα- + j + ω > κράνjω > κραίνω. θ. κρατέσ-ω· με αποβολή του σ μεταξύ των φωνηέντων και συναίρεση > κρατῶ): ακράτεια, ακράτητος, ασυγκράτητος, αυτοκράτορας, αυτοκρατορικός, εγκράτεια, εγκρατής, επικράτεια, επικράτηση, κατακράτηση, κλειδοκράτορας, κοσμοκράτορας, κράτημα, κράτηση, κρατητήριο, κρατικός, κράτος, παρακράτηση, συγκράτηση.

Ενότητα 16η
οἰκεῖν, μέτοικοι, οἰκήσεως < οἰκέω -ῶ < οἶκος < Fοικ-ος: αποικία, αποικισμός, αποικιστικός, διοίκηση, διοικητής, ενοίκιο, ένοικος, ιδιοκατοίκηση, κατοικία, κάτοικος, μετοικεσία, μετοίκηση, μέτοικος, μονοκατοικία, οίκημα, οίκηση, οικήτωρ, οικία, οικισμός, οικιστικός, οικογένεια, οικοδεσπότης, οικοδόμος, οικολογία οικολόγος, οικονομία, οικονόμος, οικόπεδο, οίκος, οικόσημο, οικόσιτος, οικοσκευή, οικοσύστημα, οικότροφος, οικουμένη, παροικία, πάροικος, περίοικος, πολυκατοικία, συγκατοίκηση, συγκάτοικος, συνένοικος, συνοικία.

δοῦλοι < δοῦλος (ὁ) (< από τη ρίζα του ρ. δέω-ῶ δέσ-υλος· με ετεροίωση > δόσ- υλος· με αποβολή το σ > δό-υλος· με συναίρεση > δοῦλος): αδούλευτος, αδούλωτος, δουλειά, δουλεία, δουλεμπορία, δουλεμπόριο, δουλέμπορος, δουλευτής, δουλικός, δουλικότητα, δουλοκτήμονας, δουλοκτητικός, δουλοπαροικία, δουλοπάροικος, δουλοπρέπεια, δουλοπρεπής, δουλοφροσύνη, εθελοδουλία, εκδούλευση, υπόδουλος, υποδούλωση.

κοινωνοῦσι, κοινωνεῖν < κοινωνέω -ῶ < κοινωνὸς < κοινός (θ. κοινωνέσ- + κατάληξη –ω· με αποβολή του σκαι συναίρεση > κοινωνέω > κοινωνῶ): ακοινώνητος, αξιοκοινώνητος, επικοινωνία, κοινό (το), κοινόβιο, κοινοβούλιο, κοινοκτημοσύνη, κοινοποίηση, κοινοπολιτεία, κοινοπραξία, κοινότητα, κοινοτικός, κοινοτοπία, κοινόχρηστος, κοινώνημα, κοινωνία, κοινωνικός, κοινωνικότητα, κοινωνιολογία, κοινωνιολόγος, κοινωνός, κοινωφελής, συγκοινωνία, συγκοινωνιολόγος.

δικαίων, δίκην, δικάζεσθαι < δίκη < δίκαιος (= αυτός που ευλαβείται τα νόμιμα, τα καθιερωμένα): αδικαίωτος αδίκαστος, αδικία, άδικος, αντιδικία, αντίδικος, διαδικασία, διάδικος, διεκδίκηση, διεκδικητικός, δικαιικός, δίκαιο (το), δικαιοδοσία, δικαιολογία, δίκαιος, δικαιοσύνη, δικαίωμα, δικαιωματικός, δικαίωση, δικανικός, δικάσιμος, δικαστήριο, δικαστής, δικαστικός, δίκη, δικηγορία, δικηγορικός, δικηγόρος, δικογραφία, δικόγραφο, δικολάβος, δικονομία, εκδίκαση, εκδίκηση, εκδικητικός, καταδίκη, κατάδικος, στρεψοδικία, στρεψόδικος, συνδικαλιστής, τελεσίδικος, υπόδικος, φιλοδικία, φιλόδικος, φυγοδικία, φυγόδικος, χειροδικία.

μετέχοντες, ὑπέχειν < ἔχω (θ. σεχ-, ἑχ-, σχ-, σχε-> σχη-): ακάθεκτος, αλληλουχία, αμέτοχος, ανακωχή, ανεκτικός, ανέχεια, ανοχή, αποχή, άσχετος, δικαιούχος, διπλωματούχος, ενοχικός, ένοχος, έξη, εξής, εξοχή, εποχή, εσοχή, ευεξία, ευωχία, εφεκτικός, εχεμύθεια, εχέμυθος, ζαχαρούχος, ηνίοχος, κατοχή, καχεκτικός, καχεξία, κληρουχία, κληρούχος, μέθεξη, μειονέκτημα, μειονεκτικός, μειονεξία, μετοχή, μετοχικός, μέτοχος, οχυρός, οχύρωση, παροχή, πάροχος, περιέκτης, περιεκτικός, περιοχή, πλεονέκτημα, πλεονεκτικός, πλεονεξία, προεξοχή, προνομιούχος, προσεκτικός, πτυχιούχος, ραβδούχος, σκηπτούχος, σοκολατούχος, συμβασιούχος, συνέχεια, συνοχή, συνταξιούχος, σχεδία, σχεδιαστήριο, σχεδιαστής, σχέδιο, σχεδόν, σχέση, σχετικός, σχήμα, σχηματικός, σχολαστικός, σχολείο, σχολή, τροπαιούχος.

ὑπάρχει < ὑπὸ + ἄρχω: αναρχία, αναρχικός, ανύπαρκτος, ανυπαρξία, απαρχή, αρχαϊκός, αρχαίος, αρχαιότητα, αρχάριος, αρχέγονος, αρχείο, αρχέτυπος, αρχή, αρχηγείο, αρχηγία, αρχηγός, αρχίατρος, αρχικός, αρχιμάγειρας, αρχιτέκτονας, αρχομανής, αρχομανία, αρχονταρίκι, άρχοντας, αρχοντικός, αυθύπαρκτος, αυθυπαρξία, γυμνασιάρχης, δασαρχείο, δασάρχης, δυαρχία, εναρκτήριος, έναρξη, επαρχία, έπαρχος, εργοστασιάρχης, ίππαρχος, ληξίαρχος, λήσταρχος, λυκειάρχης, μεραρχία, μοίραρχος, ναύαρχος, νομάρχης, πατριαρχείο, πατριάρχης, πειθαρχία, πλοίαρχος, σταθμάρχης, στρατάρχης, συνύπαρξη, ταξιαρχία, ταξίαρχος, υπαρκτικός, υπαρκτός, ύπαρξη, υπαρχηγός, ύπαρχος, φεουδαρχία, φεουδαρχικός.

συμβόλων < σὺν + βάλλω: αδιάβλητος, αμφιβολία, αναβλητικός, αναβολή, ανυπέρβλητος, απόβλητος, απρόσβλητος, βαλβίδα, βαλλιστικός, βαλτός, βεληνεκές, βελόνα, βέλος, βλήμα, βολή, βολίδα, βόλος, διαβλητός, διαβολή, έμβλημα, έμβολο, επιβλητικός, ευμετάβολος, καταβολή, κεραυνοβόλος, λιθοβολισμός, παράβολο, περιβάλλον, πρόβλημα, προβολή, προσβλητικός, προσβολή, πυροβολισμός, συμβολή, σύμβολο, σφαιροβολία, υπερβολή, υποβλητικός.

ἁπλῶς < ἁπλοῦς: απλά, απλογραφία, απλοέπεια, απλοϊκός, απλοϊκότητα, απλοποίηση, απλός, απλούστευση, απλουστευτικός, απλώς (= μόνο).

ὁρίζεται < ὁρίζομαι (< FορFος > ὅρος· θ. ὁρίδ- + πρόσφυμα –j + κατάληξη –ω > ὁρίζω): αδιόριστος, ακαθόριστος, αοριστία, αοριστολογία, αοριστολογικός, αόριστος, αφορισμός, αφοριστικός, διορισμός, εξορία, εξόριστος, καθορισμένος, καθοριστικός, μεθόριος, οριακός, ορίζοντας, οριζόντιος, οριζοντίωση, όριο, οριοθέτηση, ορισμός, οριστική, οριστικοποιημένος, οριστικός, παραμεθόριος, περιορισμός, περιοριστικός, προκαθορισμός, προορισμός, προσδιορισμός, προσδιοριστικός, συνοριακός, σύνορο.

κρίσεως, κριτικῆς < κρίνω: αδιακρισία, αδιευκρίνιστος, ανάκριση, ανακριτικός, ανταπόκριση, ανταποκριτής, απόκριση, αποκριτικός, διάκριση, διακριτικός, διακριτικότητα, διευκρίνιση, έγκριση, έγκριτος, έκκριση, επίκριση, επικριτικός, ευκρίνεια, ευκρινής, κρίμα (το), κρίνω, κρίση, κρίσιμος, κρισιμότητα, κριτήριο, κριτής, κριτική, κριτικός, προκριματικός, πρόκριση, πρόκριτος, σύγκριση, συγκριτικός, υποκρισία, υποκριτής, υποκριτικός.

ἐστίν, ἐξουσία, εἶναι < εἰμὶ (ρ. ἐσ-, μι-κατάληξη· με αφομοίωση > ἐμ-μὶ· με απλοποίηση και αντέκταση > εἰμί): ανούσιος, απουσία, εξουσιαστικός, επουσιώδης, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, ομοούσιος, ον (το), οντολογία, οντολογικός, οντολογικός, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν, παροντικός, παρουσία, παρουσιαστικό, πεμπτουσία, περιουσία, περιουσιακός, περιούσιος.

φανερὸν < φαίνομαι: αφάνεια, αφανής, άφαντος, διαφάνεια, διαφανής, εμφανής, έμφαση, επιφάνεια, επιφανής, επίφαση, καταφανής, περιφανής, συκοφάντης, συκοφαντικός, υπερηφάνεια, υπερήφανος, φαεινός, φαινομενικός, φαινόμενο, φανάρι, φανερός, φανός, φαντασία, φαντασιόπληκτος, φαντασίωση, φάντασμα, φαντασμαγορικός, φανταστικός, φάσμα, φως.

λέγομεν, εἰπεῖν < λέγω (θ. λέγ-, Fερε-, ἐρε-, Fρε-> ῥε-> ῥη-, Fερ-, Fεπ- > εἰπ): αναλογία, αναλογικός, αναντίλεκτος, ανείπωτος, απολογητικός, απολογία, απόρρητος, αρηματικός, άρρητος, δασολογία, διάλεκτος, διάλεξη, διαλογή, διαλογικός, διάλογος, δυσλεκτικός, δυσλεξία, έλλογος, επικός, επιλεκτικός, επίλεκτος, επιλογή, επιλογικός, επίλογος, επίρρημα, έπος, επύλλιο, θεολόγος, ιδιόλεκτος, κατάλογος, κυριολεκτικός, κυριολεξία, λεκτικός, λέξη, λέξημα, λεξικό, λεξικογράφος, λεξιλόγιο, λεξιπενία, λογική, λογικός, λόγος, μετεωρολογία, μετεωρολογικός, μονολεκτικός, μονόλογος, ομολογία, παράλογος, παρρησία, πολυλογάς, πρόλογος, ρήμα, ρήση, ρητό (το), ρήτορας, ρητορικός, ρητός, ρήτρα, συλλογή, συλλογικός, σύλλογος, συνδιάλεξη, υπόλογος.

ἱκανὸν < ἱκνέομαι -οῦμαι: ανέφικτος, ανίχνευση, άφιξη, εξιχνίαση, εφικτός, ικανοποίηση, ικανοποιητικός, ικανός, ικανότητα, ικεσία, ικετευτικός, ικέτης, ιχνηλάτης, ίχνος, καθήκον, προίκα.

αὐτάρκειαν < αὐτὸς + ἀρκέω -ῶ < ἄρκος (θ. ἀρκέσ- + κατάληξη –ω· με αποβολή του σ > ἀρκέω· με συναίρεση > ἀρκῶ): αρκετός, αυτάρκεια, αυτάρκης, ολιγάρκεια, ολιγαρκής, ανεπάρκεια, ανεπαρκής, διάρκεια, διαρκής, επάρκεια, επαρκής.
ζωῆς < ζήω -ῶ: αναζωογόνηση, αναζωογονητικός, ευζωία, ζήση, ζωγραφιά, ζωγραφική, ζωγραφιστός, ζωγράφος, ζωδιακός, ζώδιο, ζωή, ζωηράδα, ζωηρός, ζωηρότητα, ζωικός, ζωντάνια, ζωντανός, ζώο, ζωογόνος, ζωοδότης, ζωολογία, ζωολογικός, ζωοποιός, ζωτικός, ζωτικότητα, ζωύφιο, ζωώδης, φιλόζωος.

Ενότητα 20η
νομοθετητέον < νόμος + τίθημι: νομοθεσία, νομοθέτημα, νομοθετημένος, νομοθέτης, νομοθετικός.

παιδείας, παιδεύεσθαι < παιδεύω < παῖς (θ. παιδ- + -εύω): απαίδευτος, απαίδευτος, διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση, εκπαιδευτήριο, εκπαιδευτής, εκπαιδευτικός, κολεγιόπαιδο, μοναχοπαίδι, ομορφόπαιδο, παιδαγώγηση, παιδαγωγικός, παιδαγωγός, παιδαριώδης, παιδεία, παίδεμα, παιδεμός, παίδευση, παιδευτικός, παιδί, παιδιάστικος, παιδικός, παιδικότητα, παιδιόθεν, παιδίσκη, παιδοκτόνος, παιδομάζωμα, παιδονόμος, παιδότοπος, παιδοχειρουργική, παίκτης, παιχνίδι, παλιμπαιδισμός, παλιόπαιδο, παραπαιδεία, στερνοπαίδι, ψυχοπαίδι.

ποιητέον < ποιέ-ω > ποιῶ: αντιποίηση, αρτοποιείο, αχειροποίητος, θεοποίητος, μεταποιητικός, περιποιητικός, ποίημα, ποίηση, ποιητής, ποιητικός, προσποιητός.

ἔσται < εἰμὶ (ρ. ἐσ-, μι-κατάληξη· με αφομοίωση > ἐμ-μὶ· με απλοποίηση και αντέκταση > εἰμί): εξουσιαστικός, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, οντολογία, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν, παροντικός, παρουσιαστικό, πεμπτουσία.

χρὴ < χρή, ἡ (= ανάγκη, άκλιτο): άχρηστος, δύσχρηστος, εύχρηστος, χρεία, χρειώδης, χρεόγραφο, χρεολύσιο, χρήστης, χρηστικός.

δεῖ: αδέητος, δέηση, δεητικός ενδεής, ένδεια.

λανθάνειν < λανθάνω (θ. ληθ-, λᾰθ-. Ο ενεστώτας προήλθε από: θ. λαθ-+ πρόσφυμα ν πριν τον χαρακτήρα θκαι αν μετά τον χαρακτήρα > λανθάνω. Ο μέλλοντες προήλθε από: θ. ληθ-σ-ω· με αποβολή του οδοντικού θπριν από το σ > λήσω): αλάθητος, αλήθεια, αληθής, αληθινός, άληστος, επιλήσμων, λάθος, λάθρα, λαθραίος, λαθρεμπόριο, λαθρέμπορος, λαθρεπιβάτης, λαθροθηρία, λαθροκυνηγός, λαθρομετανάστης, λήθαργος, λήθη, λησμονιά, λησμοσύνη.

ἀμφισβητεῖται < ἀμφισβητέω-ῶ (< ἀμφὶς + θ. βη + προσφύματα τ και ε > ἀμφισβητέω-ῶ με αύξηση εσωτερική και εξωτερική: ἠμφεσβήτουν): αμφισβήτηση, αμφισβητήσιμος, αμφισβητίας, αναμφισβήτητα, αναμφισβητήτως.

ὑπολαμβάνουσι, εἴληφε < ὑπὸ + λαμβάνω (θ. σλαβ-, σληβ-, λαβ- + πρόσφυμα ν πριν από τον χαρακτήρα β καιαν μετά τον χαρακτήρα > λα-ν-β-άν -ω· με τροπή του ένρινου σε μ πριν από το χειλικό β > λαμβάνω. θ. ληβ-σ-ομαι > λήψομαι. Ο παρακείμενος προέκυψε από: σε-σλα-φα > σε-σλη-φα· με αφομοίωση > σε-λλη-φα· με απλοποίηση > σε-λη-φα· με αποβολή του σ > ἔ-λη-φα· με αντέκταση > εἴληφα): ακατάληπτος, αμεροληψία, αμφιλαφής, ανεπανάληπτος, αντιλαβή, αντιληπτός, αντίληψη, απολαβή, ασύλληπτος, δικολάβος, εικονολήπτης, επανάληψη, επιληψία, εργολάβος, εύληπτος, ευυπόληπτος, ηχολήπτης, ηχοληψία, θρησκόληπτος, θρησκοληψία, κατάληψη, λαβή, λάφυρα, λήμμα, λήπτης, λήψη, μεροληψία, μετάληψη, παραλαβή, παραλήπτης, περιληπτικός, περίληψη, προκατάληψη, προληπτικός, πρόσληψη, συλλαβή, σύλληψη, υπόληψη, υπολήψιμος, χειρολαβή.

μανθάνειν, μάθησιν < μανθάνω (θ. μαθ- + πρόσφυμα ν πριν από τον χαρακτήρα θ + πρόσφυμα αν μετά τον χαρακτήρα > μανθ –άν –ω· ο μέλλοντας προκύπτει από: θ. μαθ-+πρόσφυμα ε > μαθ-έ-σμαι· με έκταση του ε σεη > μαθήσομαι): αμαθής, άμαθος, αυτόματος, καλομαθημένος, μάθημα, μαθηματικός, μάθηση, μαθησιακός, μαθητεία, μαθητεύω, μαθητής, μαθητικός, οψιμαθής.

νέους < νέος: νεανίας, νεανικός, νεανίσκος, νεαρός, νεογέννητος, νεογνό, νεόδμητος, νεοελληνικός, νεόκοπος, νεολαία, νεόνυμφος, νεόπλουτος, νεοσσός, νεοσύλλεκτος, νεοσύστατος, νεότατος, νεότερος, νεότητα, νερό (< νηρός < νεαρός = φρέσκος, νωπός: νεαρὸν ὕδωρ > νερό, ουσιαστικοποιήθηκε ο επιθετικός προσδιορισμός και υπερίσχυσε έναντι του ουσιαστικού στην καθημερινή ομιλία), νιότη.

διάνοιαν < διὰ + νοῦς: ανοησία, ανόητος, διανόηση, διανοητικός, διάνοια, διχόνοια, δυσνόητος, έννοια, εννοιολογικός, επινόηση, επινοητικός, εύνοια, ευνοϊκός, κατανόηση, μετάνοια, νοερός, νόημα, νοηματικός, νόηση, νοητικός, νοητός, νουθεσία, νουνεχής, ομόνοια, παρανόηση, παράνοια, παρανοϊκός, προνοητικός, πρόνοια, συνεννόηση, υπόνοια, υπονοούμενο.

πρέπει < πρέπω: απρέπεια, απρεπής, άπρεπος, διαπρεπής, ευπρεπής, μεγαλοπρεπής, πρέπον, πρεπόντως, πρεπώδης.


ἀσκεῖν < ἀσκέω-ῶ (θ. ἀσκ- + προσφύματα j και ε > ἀσκέjω· με αποβολή του j > ἀσκέω· με συναίρεση > ἀσκῶ): ανάσκητος, άσκημα, άσκηση, ασκηταριό, ασκητήριο, ασκητής, ασκητικός, ενάσκηση, εξάσκηση, ξιφασκία, σωμασκία.

χρήσιμα, χρήσεις, ἄχρηστον < χρήομαι -ῶμαι: αχρησιμοποίητος, άχρηστος, δύσχρηστος, εύχρηστος, ιδιοχρησία, χρήμα, χρηματικός, χρήση, χρησιμοθήρας, χρησιμοποίηση, χρήσιμος, χρησιμότητα, χρησμός, χρήστης, χρηστικός, χρηστός.

τείνοντα < τείνω (θ. τεν- + πρόσφυμα j > τενjω· με αφομοίωση > τέννω· με απλοποίηση > τένω· με αναπληρωματική έκταση > τείνω. θ. ταν-, τᾰ και με ποιοτική μεταβολή στο θέμα τεν- > το-. Ο αόριστος σχηματίστηκε από: ἔ - τεν- σ- α· με αφομοίωση > ἔτεννα· με απλοποίηση > ἔτενα· με αντέκταση > ἔτεινα): ανάταση, αντέκταση, ατενής, ατενώς, ατονία, άτονος, βαρύτονος, διάταση, έκταση, ένταση, εντατικός, έντονος, επέκταση, επεκτατικός, επίταση, επιτατικός, ισότονος, μονοτονία, μονότονος, οξύτονος, παράταση, παρατεταμένος, παράτονος, παροξύτονος, προέκταση, προπαροξύτονος, πρόταση, προτασιακός, ταινία, τάση, τένοντας, τέτανος, τονικός, τονικότητα, τονισμός, τόνος, υπέρταση, υπερτασικός, υπόταση, υποτασικός, υποτείνουσα.

ὁμολογούμενον < ὁμολογέομαι-οῦμαι < ὁμόλογος < ὁμοῦ + λέγω: εξομολόγος, ομολόγημα, ομολογητής, ομολογία, ομολογιακός, ομολογιούχος, ομόλογος, ομολογουμένως.

τιμῶσιν < τιμάω -ῶ < τιμὴ (θ. τιμᾰ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ω > τιμάjω > τιμάω > τιμῶ): ανεκτίμητος, ανέντιμος, αντίτιμο, αποτίμηση, ατίμητος, ατιμία, άτιμος, ατιμωρησία, ατιμώρητος, ατιμωτικός, διατίμηση, εκτίμηση, εκτιμητής, έντιμος, εντιμότητα, επιτιμητικός, επίτιμος, πολυτίμητος, πρόστιμο, προτίμηση, τιμαλφή (τα), τιμάριθμος, τιμή, τίμημα, τιμημένος, τίμηση, τιμητής, τιμητικός, τίμιος, έντιμος, τιμοκατάλογος, τιμοκρατία, τιμολόγιο, τιμωρία, υποτίμηση, υποτιμητικός.

διαφέρονται < διὰ + φέρω (θ. φέρ-, φορ-, φαρ-, φωρ-, φρ-, οἰ-, ἐνεκ-): αμφορέας, αντιπροσφορά, διαφορά, διαφορετικός, διαφορικό, διάφορος, διένεξη, διηνεκής, εισφορά, εκφορά, πολύφερνος, πρόσφορο, προφορικός, συμπεριφορά, σύμφορος, φαρέτρα, φερέγγυος, φερνή, φερτός, φερώνυμος, φορά, φόρος, φωριαμός.

διδάσκεσθαι < διδάσκω (θ. δα-, δακ- + πρόσφυμα σκ- + ενεστωτικός αναδιπλασιασμός δι + κατάληξη –ω > δι-δά-σκ-ω): αδίδακτος, δίδαγμα, διδακτήριο, διδακτισμός, διδακτός, δίδακτρα, διδασκαλείο, διδασκαλία, διδάσκαλος, διδαχή, διδάχος.

διῃρημένων < διὰ + αἱρέω-ῶ (ρ. Fαρ- + πρόσφυμα j· με επένθεση > Fαιρ-· με δάσυνση > αἱρ- · με πρόσληψη του προσφύματος ε < αἱρ-έ· με κατάληξη ω και συναίρεση > αἱρέω-ῶ. ρ. Fελ- και Fαλ- · με συλλαβική αύξηση ο αόριστος β΄: ἐFελ-ον >· με αποβολή του F > ἔελον· με συναίρεση > εἷλον· η δασεία προέκυψε από αναλογία προς τον ενεστώτα): αιρετικός, αιρετός, αναίρεση, αναιρετικός, αναφαίρετος, αρχαιρεσίες, αφαιρετικός, αφηρημάδα, αφηρημένος, διαίρεση, διαιρετέος, διαιρέτης, εξαιρετικός, προαίρεση.

ἐλευθερίων, ἀνελευθερίων, ἐλευθέρων < ἐλεύσομαι (μέλλ. του ἔρχομαι): διέλευση, ελευθερία, ελευθέριος, ελευθεριότητα, ελευθεροστομία, ελευθεροτυπία, ελευθέρωση, ελευθερωτής, Ελευσίνα, παρέλευση, προσέλευση, συνέλευση.

μετέχειν < μετὰ + ἔχω (θ. σεχ-, σχ-, σχ + πρόσφυμα ε > σχε-, > σχη-, ἑχ-): αμέτοχος, ανακωχή, ανεκτικός, ανοχή, άσχημος, έξη, εξοχικός, έξοχος, κληρουχία, κληρούχος, μέθεξη, μετοχή, μετοχικός, μέτοχος, περιοχή, ραβδούχος, σκηπτούχος, σχεδόν, σχέση, σχήμα, σχηματικός, σχολείο, σχολή, σχόλη.

νομίζειν < νομίζω < νόμος < νέμω (θ. νομίδ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ω > νομίδjω > νομίζω): νόμισμα, νομισματικός, νομισματοκοπείο, νομισματοκόπτης, νόμος.

ἀπεργάζονται, (ρ. Fεργ-, θ. εργάδ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ομαι > ἐργάδjομαι > ἐργάζομαι. Ο παρατατικός προέκυψε από το θέμα Fεργ- με χρονική αύξηση > ἐ-Fεργαζ- όμην· με αποβολή του F > ἐεργαζόμην· με συναίρεση > εἰργαζόμην): αεργία, άεργος, ακατέργαστος, ανενεργός, ανεργία, άνεργος, απεργία, απεργός, δημιούργημα, δημιουργός, διεργασία, ενέργεια, επεξεργασία, εργαλείο, εργασία, εργάσιμος, εργασιοθεραπεία, εργασιομανής, εργαστήριο, εργάτης, εργατικός, εργατικότητα, εργατοπατέρας, εργατοϋπάλληλος, εργατοώρα, έργο, εργοδηγός, εργολαβικός, εργολάβος, εργολήπτης, εργόχειρο, εργώδης, κακούργημα, κακούργος, καλλιέργεια, κατεργασμένος, κωλυσιεργία, μεταλλουργία, μεταξουργία, μουσουργός, ξυλουργός, όργανο, όργιο, πανούργος, πάρεργο, περιέργεια, περίεργος, προεργασία, ραδιενεργός, ραδιούργος, στιχουργός, συνεργατικός, συνεργός, υφαντουργία, χειρουργός.


Δεν υπάρχουν σχόλια: