Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Τα κείμενα και το λεξιλόγιο των Λατινικών για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2016


3. Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΜΕΔΑΣ
Cēpheus et Cassiope Andromedam filiam habent*. Cassiope, superba formā suā, cum Nymphis se comparat. Neptūnus irārtus ad oram Aethiopiae urget* beluam marīnam, quae incolis nocet*. Oraculum incolis respondet: «regia hostia deo placet*!» Tum Cēpheus Andromedam ad scopulum adligat; belua ad Andromedam se movet*. Repente Perseus calceis pennātis advolat; puellam videt* et stupet* formā puellae. Perseus hastā beluam delet* et Andromedam liberat. Cēpheus, Cassiope et incolae Aethiopiae valde gaudent*.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


Cēpheus -i ο Κηφέας, βασιλιάς της Αιθιοπίας (τονίζουμε Cépheus)
Cassiope -es η Κασσιόπη, γυναίκα του 
Andromeda -ae η Ανδρομέδα, θυγατέρα τους 
habeo, 2 έχω
superba θ. του superbus -a -um(+αφ.) περήφανος (για κάτι), ξιπασμένος
forma -ae ομορφιά(Ι)
sua (θ. της αντ. suus -a-um) δική της· superba formā suā περήφανη για την ομορφιά της
comparo, 1 συγκρίνω· cum Nymphis se comparat συγκρίνει τον εαυτό της με τις Νηρηίδες
Nympha -ae η Νύμφη· εδώ εννοούνται οι Νηρηίδες
Neptunus -i ο Ποσειδώνας
irātus οργισμένος
ora -ae ακτή
Aethiopia -ae η Αιθιοπία
urgeo, 2 σπρώχνω, στέλνω
belua -ae κήτος
marīna θ. του επιθ. marīnus -a -umθαλάσσιος(2)
quae (αναφ. αντ.) η οποία, που
noceo, 2 (+δοτ.) βλάπτω, αφανίζω
oraculum -i (ουδ. βλ. το μάθ. IV) το μαντείο (ενν. του Άμμωνα)

respondeo, 2 ( + δοτ. του προσ.) απαντώ
regia θ. του επιθ. regius -a -umβασιλικός(3)
hostia -ae σφάγιο για θυσία
deus -i θεός (για την κλίση του βλ. τη Γραμμ.)
placeo, 2 ( + δοτ.) αρέσω
tum (επίρρ.) τότε
scopulus -i βράχος(4)
adligo, 1 δένω (σε κάτι)
moveo, 2 κινώ· se movet κινείται, κατευθύνεται
repente (επίρρ.) ξαφνικά
calceus -i (υ)πόδημα, μποτίνι (επίσημα παπούτσια εξόδου των Ρωμαίων)(5)
pennatus -a -um φτερωτός
calceis pennātis με τα φτερωτά σανδάλια
advolo, 1 καταφθάνω πετώντας· σπεύδω(6)
puella -ae κορίτσι, κοπέλα
video, 2 βλέπω(7)
stupeo, 2 βουβαίνομαι, θαμπώνομαι·formā (αφ.) από την ομορφιά
hasta -ae δόρυ
deleo, 2 σκοτώνω
lībero, 1 ελευθερώνω
valde (επίρρ.) πάρα πολύ
gaudeo, 2 χαίρομαι(8)

Ετυμολογικά: 1. κυρ. «σχήμα»· πρβ. φόρμα· φόρμουλα << ιτ. 2. πρβ. μαρίνα << ιτ. 3. regina 4. < σκόπελος 5. πρβ. κάλτσα << ιτ. 6. ad+volo πετώ· πρβ. βόλεϊ << αγγλ. 7. ἰδεῖν < Fιδεῖν ιδέα· πρβ. βίντεο 8. γηθέω, δωρ. γαθέω.

5. ΕΝΑΣ ‘ΛΑΤΡΗΣ’ ΤΟΥ ΒΙΡΓΙΛΙΟΥ
Silius Italicus, poēta epicus, vir* clarus erat. XVII (septendecim) libri* eius de bello Punico secundo pulchri* sunt. Ultimis annis vitae suae* in Campaniā se* tenēbat*. Multos in illis locis* agros* possidēbat*. Silius animum tenerum* habēbat. Gloriae Vergili studēbat* ingeniumque eius fovēbat*. Eum ut puer* magistrum* honorābat. Monumentum eius, quod Neapoli iacēbat*, pro templo habēbat*.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


epicus -a -um ≤ επικός
vir, viri άνδρας
clarus -a -um ένδοξος
septendecim (XVII)  δεκαεπτά(1)
lĭber -bri βιβλίο(2)
Punicus -a -um Καρχηδονιακός
secundus -a -um δεύτερος(3)
pulcher -chra -chrum όμορφος
ultimus -a -um τελευταίος, ύστερος
Campania -ae η Καμπανία περιοχή της Ν. Ιταλίας με πρωτεύουσα την Capua (και φημισμένα κρασιά)(4)
teneo, 2 κρατώ(5)· me - παραμένω, μένω μόνιμα
multus -a -um πολύς(6)
illis αφ. του πληθ. του ille (δεικτ. αντ.) εκείνος
locus -i τόπος (βλ. Π3)
ager -gri  αγρός
possideo, 2 κατέχω
animus -i ψυχή(7)
tener -era -erum τρυφερός, ευαίσθητος

gloria -ae δόξα
studeo, 2 (+δοτ.) σπουδάζω· επιδιώκω
foveo, 2 περιβάλλω με αγάπη
-que (σύνδ.) και· εγκλιτικό, προσκολλιέται στο τέλος της λέξης
που συνδέει (αρχ. τε)
ut, (αναφ. επίρρ.) ως, σαν
puer -eri = παιδί(8)
magister -stri δάσκαλος(9)
honōro, 1 τιμώ
monumentum -i = μνημείο, τάφος
qui, quae, quod (αναφ. αντ.) ο οποίος, που
Neapolis -is, (θ. γ' κλ.) η Νεάπολη·Neapoli (αφ. τοπ.) στη Νεάπολη
iaceo, 2 κείμαι, βρίσκομαι(10)
templum -ί ναός(11)
sacer -era -crum ιερός
habeo, 2 θεωρώ
pro (πρόθ. + αφ.) ως, σαν.

Ετυμολογικά: 1. < septem  ἑπτά + decem δέκα 2. πρβ. λιμπρέττο << ιτ. 3. κυρ. «επόμενος»· sequor= ακολουθώ· πρβ. soc-ius· σεκόντο << ιτ. 4. campus > κάμπος· πρβ. σαμπάνια << γαλλ. 5. πρβ. τανάλια << ιτ. 6. μάλ-αμᾶλ-λον 7. κυρ. «πνοή, φύσημα»· πρβ. άνεμος 8. πρβ. pullus = μικρό ζώο ( < υποκορ. puerulus)· > -πουλο(ς) 9. > μάστορας· πρβ. μαέστρος << ιτ. 10. κυρ. «είμαι ριγμένος»· αρχ. ἵεμαι 11. > τέμπλο

6. ΟΙ ΝΟΜΟΙ
In eā civitāte*, quam leges* continent, boni viri libenter leges servant. Lex* enim est fundamentum libertātis*, fons* aequitātis*. Mens* et animus et consilium et sententia civitātis* posita est in legibus*. Ut corpora* nostra sine mente*, sic civitas* sine lege* non stat. Legum* ministri sunt magistrātus*, legum interpretes* iudices*, legum denique omnes* servi sumus: sic enim liberi esse possumus.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


civitas -ātis (θ.) πολιτεία
lex, legis (θ.) νόμος
contineo, 2 (cum + teneo) συγκρατώ·στεριώνω
bonus -a -um καλός(1)
libenter (επίρρ.) πρόθυμα
servo, 1 τηρώ, φυλάω(2)
enim (σύνδ. αιτ.) γιατί = γάρ
fundamentum -i θεμέλιο(3)
lībertas-ātis (θ.) ελευθερία(4)
fons, fontis (αρσ.) πηγή
aequitas -ātis (θ.) δικαιοσύνη
mens, mentis (θ.) νους, πνεύμα
consilium -ii (i) σκέψη
sententia -ae άποψη, κρίση, «θέση»
positus sum είμαι τοποθετημένος, βρίσκομαι
ut (σύνδ. παραβ.)..sic όπως ...έτσι

sine (προθ. + αφ.) χωρίς(5)
sto, 1 στέκομαι, υπάρχω
minister -tri θεράποντας, υπηρέτης(6)
magistrātus-us (δ' κλ., ον. πληθ.) οι αρχές(7)
interpres -pretis (αρσ.και θ.) ερμηνευτής
iudex -icis (αρσ.) δικαστής
omnis -is -e (επίθ.) όλος, ο καθένας
servus -i δούλος· υπηρέτης(8)
liber -era -erum  ελεύθερος(9)
esse απαρ. του ενεστ. του sum
possum ( + τελ. απαρ.) μπορώ(10)
līberi esse possumus μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι (βλ. το μάθ. VII).

Ετυμολογικά: 1. πρβ. μπουνάτσα = καλοκαιρία· << βεν. 2. ὁρῶ < Fopῶ 3. < fundo 4. < līber  ελεύθερος· lībero 5. ἄνευ  6. πρβ. minimus 7. < magister 8. κυρ. «φύλακας»· πρβ. servo 9. ≠ lĭber -bri = βιβλίο 10. < pote – «κύριος» + sum· πρβ. δεσ– πότης = «κύριος του σπιτιού».
7. ΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΞΕΧΕΙΜΩΝΙΑΣΜΑ
Caesar propter frumenti inopiam legiōnes in hibernis multis conlocat. Ex quibus quattuor in Nerviis hiemāre* iubet et tribus imperat in Belgis remanēre*. Legātos omnes frumentum in castra importāre* iubet. Milites his verbis admonet: «Hostes* adventāre* audio; speculatōres nostri eos prope esse* nuntiant. Vim* hostium cavēre* debetis; hostes enim de coilibus* advolāre* solent et caedem* militum perpetrāre possunt».


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


Caesar -aris ο Καίσαρας
propter (προθ. + αιτ.) εξαιτίας (αναγκαστικό αίτιο)
frumentum -i δημητριακά,στάριinopia -ae έλλειψη
legio -ōnis λεγεώνα, η κύρια μονάδα του ρωμ. στρατού (4.200- 6.000 άνδρες)
hiberna -ōrum (μόνο πληθ.) χειμερινό στρατόπεδο
conloco, 1 (cum + loco) εγκαθιστώ(1)
ex (προθ. + αφ.) από
ex quibus = ex eis (η αναφ. αντωνυμία στην αρχή (ημι)-περιόδου ισοδυναμεί με δεικτική·
βλ. XLII Π3).
quattuor  τέσσερις(2)
Nervii -ōrum οι Νέρβιοι, η χώρα των Νερβίων
Belgae -ārum οι Βέλγοι, η χώρα των Βέλγων
hiemo, 1 ξεχειμωνιάζω(3)
iubeo, 2 ( +τελ. απαρ.) διατάζω
tres, tria τρεις, τρία (γενtrium, δοτ.tribus)
remaneo, 2 παραμένω
impero, 1 ( + δοτ. + τελ. απαρ.) διατάζω


legātus -i ο διοικητής της λεγεώνας
castra -ōrum (μόνο πληθ.) το στρατόπεδο(4)
importo, 1 (in + porto) εισάγω, φέρνω μέσα
miles -itis (αρσ.) στρατιώτης
hie, haec, hoc (αντ. δεικτ.) αυτός
verbum -i λόγος(5)
admoneo, 2 (ad + moneo)
συμβουλεύω(6)
hostis -is (αρσ. και θ.) εχθρός
advento, 1 πλησιάζω
audio, 4 ( + ειδ. απαρ.) ακούω, πληροφορούμαι(7)
speculātor -ōris ανιχνευτής, κατάσκοπος
prope (επίρρ.) κοντά
nuntio, 1 ( + ειδ. απαρ.) αναγγέλλω
vis, αιτ. vim (θ.) δύναμη, βία(8)
caveo, 2 προσέχω, φυλάγομαι(9)
debeo, 2 (de + habeo + τελ. απαρ.)οφείλω, πρέπει
de (προθ. + αφ.) από
collis -is (αρσ.) λόφος(10)
soleo, 2 ( + τελ. απαρ.) συνηθίζω
advolo (εξ)ορμώ
caedes -is (θ.) σφαγή
perpetro, 1 διαπράττω, κάνω·
caedem perpetro κατασφάζω

Ετυμολογικά: 1. locus 2. τέτταρες 3. hiberna· hiems = χειμώνας· χιόνι 4. > κάστρο 5. ἐρῶ < Ρερέω· ῥῆμα 6. πρβ. monumentum 7. auris < *ausis· οὖςἀΐω 8.ἴς < Fιςδύναμη 9. κοέω< *κοFέω = παρατηρώ 10. κολωνόςκολώνη = λόφος.

11. Η ΡΩΜΗ ΚΑΙ Η ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ
Hannibal, dux Carthaginiensis, VI et XX annos natus, omnes gentes Hispaniae bello superāvit* et Saguntum vi expugnāvit*. Postea Alpes, quae Italiam ab Galliā seiungunt, cum elephantis transiit*. Ubi in Italiā fuit, apud Ticīnum, Trebiam, Trasumēnum et Cannas copias Rōmanōrum profligāvit* et delēvit*. Populus Rōmānus cladem Cannensem pavidus audīvit*. In agro Falerno Hannibal ex insidiis Fabii Maximi se expedīvit*. Postquam XIV annos in Italiā complēvit*, Carthaginienses eum in Africam revocavērunt*. Ibi Hannibal bellum cum Rōmānis componere frustra cupīvit*. Denique cum P. Scipiōne apud Zamam dimicāvit*, sed Rōmāni victoriam reportavērunt*.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


Hannibal -alis ο Αννίβας
dux -cis (αρσ.) αρχηγός, στρατηγός(1)
Carthaginiensis -is -e Καρχηδόνιος, επιθ. (ουσ. -is, -is)
VI et XX (sex et viginti  ἕξ καίεἴκοσιannos natus 26 χρονών
gens, gentis (θ.) έθνος, λαός
Hispania -ae η Ισπανία
supero, 1 νικώ(2)
Saguntum -i το Σάγουντο (πόλη της Ισπανίας)
Alpes -ium οι Άλπεις
ab (πρόθ. + αφ.) από
seiungo, 3 χωρίζω
elephas -ntis (αρσ.) και elephantus -i (ετερόκλιτο) ελέφαντας
transeo, -ii, -itum, -īre (trans + eoπηγαίνω) περνώ, διέρχομαι(3)
ubi (χρον. σύνδ.) όταν
fuit γ' εν. του πρκ. του sum
apud (προθ. + αιτ.) κοντά
Ticīnus -i ο ποταμός Τίκινος
Trebia -ae (αρσ.) ο ποταμός Τρεβίας
Trasumēnus -i η λίμνη Τρασιμένη

Cannae -ārum οι Κάννες
copiae -ārum (πληθ.) στρατιωτικές δυνάμεις(4)
proflīgo, 1 κατατροπώνω
clades -is (θ.) καταστροφή, συντριβή(5)
Cannensis -is -e των Καννών
pavidus -a -um έντρομος
ager Falernus ο «Φαλερνός αγρός», περιοχή της Καμπανίας
expedio, 4 απελευθερώνω(6) -meξεφεύγω, ξεγλιστρώ
postquam (χρον. σύνδ.) αφού
XIV (quattuordecim)  δεκατέσσερις
compleo, 2 συμπληρώνω(7)
revoco, 1 ανακαλώ
compōno, 3 ( bellum) τελειώνω τον πόλεμο (με συνθήκη)
frustra (επίρρ.) μάταια
cupio, 3* (+ απαρ.) επιθυμώ (βλ. το μάθ. XIV)
Publius Scipio ο Πόπλιος Σκιπίωνας
dimico, 1 αγωνίζομαι, δίνω μάχη
victoria -ae νίκη
reporto, 1 (re + porto) κερδίζω (τη νίκη)

Ετυμολογικά: 1. > δούκας 2. < super  ὑπέρ 3. πρβ. τράνζιτ 4. copia = πλήθος· πρβ. (φωτο)κόπια 5. κλάω 6. ex+pes πόδι· πρβ. ἐκποδών 7. πρβ. κομπλέ << γαλλ.· plē-nus
13. ΠΩΣ Η ΓΝΩΣΗ ΝΙΚΗΣΕ ΤΗ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ
Sulpicius Gallus legātus Luci Aemili Pauli erat, qui bellum adversus Persen regem gerēbat. Serēnā nocte subito luna defecerat*; ob repentīnum monstrum terror animos militum invaserat* et exercitus* fiduciam amiserat*. Tum Sulpicius Gallus de caeli ratiōne et de stellārum lunaeque statu* ac motibus* disputāvit eōque modo exercitum* alacrem in pugnam misit. Sic liberāles artes Galli aditum* ad illustrem illam Pauliānam victoriam dedērunt. Quia ille metum* exercitus* Rōmāni vicerat*, imperātor adversarios vincere potuit! 
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


legātus -i ύπαρχος (πρβ. μάθ. VI)
adversus (πρόθ. + αιτ.) εναντίον(1)·adversus Persen(2) = cum Perse
serēnus -a -um ξάστερος, καθαρός(3)
nox, noctis (θ.) νύχτα
subito (επίρρ.) ξαφνικά
lūna -ae σελήνη(4)
deficio, -fēci, -fectum, -ficĕre, 3 (de + facio) χάνομαι, παθαίνω έκλειψη (βλ. το μάθ. XIV)
ob (πρόθ. + αιτ.) εξαιτίας
repentīnus -a -um ξαφνικός
monstrum -i θέαμα παράξενο και φοβερό
terror -ōris = τρόμος(5)
invādo, -vāsi, -vāsum*, -vadĕre, 3 (in + vado) εισχωρώ, καταλαμβάνω , πιάνω
exercitus -us (αρσ.) στρατός
fiducia -ae εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθηση, ηθικό(6)
amitto, -mīsi, -missum, -mittĕre, 3, (a, ab + mitto) χάνω
ratio -ōnis (θ.) φύση, λογική(7)
stella, -ae  αστέρι
status -us (αρσ.) στάση
ac = atque (σύνδ.) και

motus -us (αρσ.) κίνηση(8)
disputo, 1 (dis + puto) πραγματεύομαι ( + de και αφ.), μιλώ για
alacer -cris -ere πρόθυμος, με αναπτερωμένο ηθικό
pugna -ae μάχη(10)
mitto, misi, missum,- ĕre, 3 στέλνω(11)
līberālis -is -e που ταιριάζει σε ελεύθερο άνθρωπο(12) artes liberāles ελευθέριες τέχνες (μαθήματα), όπως λογοτεχνία, μουσική, γεωμετρία, κτλ.
aditus -us (αρσ.) προσέγγιση(13)
aditum do ανοίγω το δρόμο για (adPauliānam victoriam)
illustris -is -e λαμπρός, ένδοξος(14)
Pauliānus -a -um του Παύλου·victoria Pauliāna η νίκη του Αιμίλιου Παύλου
quia (σύνδ. αιτ.) επειδή
metus -us (αρσ.) φόβος
vinco, vici, victum, vincĕre, 3 (κατα)νικώ(15)
imperātor -ōris στρατηγός
possum, potui, posse μπορώ
adversarius -ii αντίπαλος, εχθρός(17)

Ετυμολογικά: 1. πρβ. το επίθ. adversus 2. αρχ. Πέρσην 3. serēno = γαληνεύω· πρβ. σερενάτα << ιτ. 4. κυρ. «φωτεινή»· < *leuk-sna· πρβ. λευκ-ός, λύχ-νος 5. τρέω 6. πείθω 7. πρβ. ρασιοναλισμός << γαλλ. 8. < moveo· πρβ. μοτέρ, μοτο-σικλέτα << γαλλ. 9 πρβ. αλέγρος << ιτ. 10. pugnus =πυγ-μή· μπουνιά << βεν. 11> μισεύω, μισεμός 12. < līber 13. < adeo 14. in-lustris· πρβ. luna· λούστρο << ιτ. 15. victoria 16. < impero· imperium 17. < adversus

14. ΕΝΑ ΦΟΒΕΡΟ ΟΝΕΙΡΟ
Post bellum Actiacum Cassius Parmensis, qui in exercitu M. Antōnii fuerat, Athēnas confūgit*. Ibi vix animum sollicitum somno dederat, cum repente apparuit ei species* horrenda. Existimāvit ad se venīre hominem ingentis magnitudinis et facie* squalidā, similem effigiēi* mortui. Quem simul aspexit* Cassius, timōrem concēpit* nomenque eius audīre cupīvit*. Respondit ille se esse Orcum. Turn terror Cassium concussit* et e somno eum excitāvit. Cassius servos inclamāvit et de homine eos interrogāvit. Illi neminem viderant. Cassius iterum se somno dedit eandemque speciem* somniāvit. Paucis post diēbus* res* ipsa fidem* somnii confirmāvit. Nam Octaviānus supplicio capitis eum adfēcit*.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


confugio, 3* καταφεύγω (*βλ. παρατηρήσεις)
Athēnae -ārum Αθήνα·Athēnasστην Αθήνα· πρβ. Rōmam scriptitat
ibi (επίρρ.) εκεί
vix ( επίρρ.) μόλις, πριν καλά- καλά
sollicitus -a -um ταραγμένος
somnus  ύπνος
animum (αιτ.) somno (δοτ.) do(παραδίνω το πνεύμα μου σε) παραδίνομαι στον ύπνο
repente (επίρρ.) ξαφνικά(1)
appareo, -parui, -paritum, -parēre, 2 εμφανίζομαι
species -ēi θέαμα, μορφή(2)
horrendus -a -um φρικτός
existimo, 1 ( + απαρ.) νομίζω
venio, veni, ventum, venīre, 4 έρχομαι
homo -inis (αρσ. και θηλ.) άνθρωπος
magnitūdo -inis (θ.) μέγεθος(3)
facies -ēi πρόσωπο(4)
squalidus -a -um βρώμικος
similis -is -e (+δοτ.) όμοιος
effigies -ēi εικόνα, μορφή, «είδωλο»
mortuus -a -um νεκρός(5)
quem = eum
simul (σύνδ. χρον.) μόλις
aspicio, 3* κοιτάζω(6)
concipio,3* συλλαμβάνω, πιάνω
timor-ōris (αρσ.) φόβος·
timōrem concipio με πιάνει φόβος

Orcus-i ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο Πλούτωνας
concutio, 3* συνταράζω
excito, 1ξυπνάω, σηκώνω(7)
inclāmo, 1 φωνάζω
interrogo, 1 ερωτώ
de (πρόθ. + αφ.) για (προσδ. της αναφοράς)
nemo (nullīus, nemini, neminem, nullo· πληθ. nulli: (αόρ. αντων.) κανείς(8)
idem, eadem, idem (δεικτ. αντων.) ο ίδιος
somnio,1 ονειρεύομαι(9)
dies, diēi μέρα(10)
paucus -a -um λίγος(11) paucis post diēbus = post paucos dies
res, rei πράγμα
fides-ei πίστη, αξιοπιστία(12)
somnium-ii όνειρο(13)
confirmo, 1 επιβεβαιώνω· fidem somnii confirmāvit επιβεβαίωσε την αξιοπιστία του ονείρου
nam (σύνδ. αιτ., επεξ.) = γιατί· δηλαδή, πρβ. γὰρ
Octaviānus-i ο Οκταβιανός, ο μετέπειτα αυτοκράτορας Αύγουστος
supplicium βλ. το μάθ. IV
caput-itis κεφάλι· θανατική ποινή
adficio (afficio) -fēci -fectum -ficĕre, 3* (ad + facio) περιβάλλω·supplicio (αφ.) capitis eum adfēcitτου επέβαλε τη θανατική ποινή

Ετυμολογικά: 1. > repentīnus 2. spec-to 3. < magnus μέγας 4. πρβ. φάτσα << ιτ. 5.βροτόςἄ-μβροτος 6. ad+specio· spec-ies 7. con-cito 8. < ne + homo 9. < somnium 10. Δίας, deus : κυρ. «θεός του φωτός» 11, parvus, παῦρος 12. fiducia 13. < somnus

15. ΤΑ ΗΘΗ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ
Germanōrum vita omnis in venationibus atque in studiis rei militāris consistit. Germāni non student agricultūrae; lacte, caseo et carne nutriuntur*. Locis frigidissimis pelles solum habent et in fluminibus lavantur*. Cum civitas bellum gerit, magistrātus creantur* cum vitae necisque potestāte. Equestribus proeliis saepe ex equis desiliunt ac pedibus proeliantur*: ephippiōrum usus res turpis et iners habētur*. Vinum a mercatoribus ad se importāri* non sinunt quod eā rē, ut arbitrantur*, remollescunt homines atque effeminantur*.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


studium -ii (i) σπουδή, ασχολία(1)
res militāris (εν.) τα στρατιωτικά(2)
consisto, -stiti, -sistĕre, 3 συν-ίσταμαι· περιορίζομαι in venationibus στο κυνήγι
studeo ασχολούμαι
agricultūra -ae γεωργία(3)
lac, lactis (ουδ.) γάλα
caseus -i τυρί
caro, carnis (θηλ.) κρέας(4)·frumento, lacte, caseo, carne (αφ. του μέσουnutriunturτρέφονται με
frigidus -a -umπαγωμένος(5)frigidissimus -a -umυπερθ.
locis = in locis
pellis -is (θ.) δέρμα(6)
solum (επίρρ.) μόνον
flumen -inis (ουδ.) ποτάμι
Iavo, lavi, lautum (lavātum), lavāre, 1 πλένω(7)
creo, 1 εκλέγω
nex -necis (θ.) θάνατος(8)
potestas -ātis (θ.) δύναμη, εξουσία·cum vitae necisque potestāte με εξουσία ζωής και θανάτου
equester -stris -stre ιππικός· (9)


proelium -ii (i) μάχη· equestribus proeliis στις ιππομαχίες
equus -i άλογο
saepe (επίρρ.) συχνά
desilio, -silui, -silīre, 4 (de + salio) πηδώ κάτω(10)
pes, pedis (αρσ.) πόδι· pedibusπεζοί(11)
ac = atque
proelior, proeliātus sum, proeliāriαποθ.1 πολεμώ(12)
ephippium -ii(13) είδος σέλας
usus -us (αρσ.) χρήση
turpis -is -e αισχρός
iners, -rtis μαλθακός, άπραγος(14)
habeo, 2 θεωρώ (βλ. το μάθ. V)
vinum -i κρασί(15)
a = ab από
mercātor -ōris (αρσ.) έμπορος
sino, sivi, situm, sinĕre, 3 ( + απαρ.) επιτρέπω
quod (σύνδ. αιτ.) επειδή
arbitror, αποθ. 1 νομίζω, πιστεύω· ut arbitrantur όπως πιστεύουν
eā re (αφ. της αιτίας) από αυτό το πράγμα
remollesco, -ĕre, 3 γίνομαι μαλθακός
effemino, 1(16)  εκ-θηλύνω

Ετυμολογικά: 1. πρβ. στούντιο << ιτ. 2 < miles· πρβ. μιλιταρισμός << γαλλ. 3. ager + cultura = καλλιέργεια· πρβ. κουλτούρα << ιτ. 4. πρβ. κείρω < *κερω = κουρεύω 5. ρίγος 6. πέλ-τηπέλ-μα 7. λού-ζω, λου-τρό· πρβ. λαβο-μάνο << ιτ. 8.νέκ-υς, νεκ-ρός 9. < equus-i ίππος 10. πρβ. σάλτο << ιτ. 11. πεζῇ .12. < proelium 13. < αρχ. ἐφίππιον 14. in+ars 15. οἶνος< Foινoς· 16. < ec+femina.
20. ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ
Ή ΠΩΣ Ο ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΕΓΙΝΕ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ
Claudius quinquagesimo anno aetātis suae imperium cēpit mirabili quodam casu. Exclūsus* ab insidiatōribus Caligulae, recesserat in diaetam, cui nomen est Hermaeum. Paulo post rumōre caedis exterritus* prorepsit ad solarium proximum et inter vela praetenta* foribus se abdidit. Discurrens* miles pedes eius animadvertit; eum latentem* adgnōvit; extractum* imperatōrem eum salutāvit. Hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moritūrum* eum miserātur. Postero die Claudius imperātor factus est.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


quinquagesimo anno στο πεντηκοστό έτος
aetas -ātis ηλικία
mirabilis -is -e παράδοξος, περίεργος
casus -us τυχαίο, απροσδόκητο γεγονός(1) (περιστατικό)
exclūdo, -clūsi, -clūsum, -cludĕre, 3 (ex+claudo) κλείνω απέξω, διώχνω
insidiātor -ōris συνωμότης, δολοφόνος(2)
Caligula -ae ο ΚαλιγούλαςCaligulae γεν. αντικ.
diaeta -ae (θερινή) κατοικία(3)
cui (δοτ. κτητ.) nomen est που ονομάζεται
Hermaeum -i το Ερμαίο
recēdo, -cessi, -cessum, -cedĕre, 3 (re+cedo) αποσύρομαι (in diaetam)
paulo post λίγο αργότερα
rumor -ōris φήμη, νέα(4) rumore caedis από τα νέα της σφαγής
exterreo, -terrui, -territum, -terrēre, 2 τρομοκρατώ(5)
prorēpo, -repsi, -reptum, -repĕre, 3 (pro+repo) έρπω προς (κάποιο σημείο), σέρνομαι
solarium -ii (i) λιακωτό(6)
velum -i παραπέτασμα, κουρτίνα(7)
praetendo, -tendi, -tentum, -tendĕre, 3 (prae + tendo) τεντώνω, κρεμάω μπροστά

foris -is (συνήθfores -ium) θ. πόρτα(8)·
inter vela praetenta foribus (δοτ.) ανάμεσα στα παραπετάσματα που κρεμόντουσαν στην πόρτα
discurro, -curri (-cucurri), -cursum, -currĕre, 3 (dis + curro) τρέχω εδώ κι εκεί
lateo, latui, latēre, 2 κρύβομαι(9)
adgnosco, -gnōvi, -gnitum, -gnoscĕre, 3 αναγνωρίζω
salūto, 1 προσαγορεύω, χαιρετίζω
hinc ( επίρρ.) από εκεί
imperātor -ōris (αρσ.) αυτοκράτορας
commilito -ōnis (αρσ.) συστρατιώτης, σύντροφος(10)
defero, -tuli, -lātum, -ferre (de + fero) μεταφέρω
trepidus -a -um έντρομος, περιδεής
dum (σύνδ. χρον.) ενώ, την ώρα που
obvius -a -um ενάντιος, αντίθετος(11)
turba -ae πλήθος(12)· obvia turba το πλήθος που τον συναντούσε
quasi (επίρρ. παραβολ.) σαν να·quasi moritūrum σαν να επρόκειτο να πεθάνει
morior, mortuus sum, mori αποθ. 3* πεθαίνω (μτχ. μελλmoritūrus)(13)
miserātur = miserabātur (βλ. παρατ.)· miseror,αποθ. 1 λυπάμαι
(κάποιον)

Ετυμολογικά: 1. πρβ. κάζο << ιτ. 2. < insidiae 3. < αρχ. δίαιτα 4. κυρ. «θόρυβος»· πρβ.ὠ-ρύ-ομαι = ουρλιάζω 5. terror 6. < sol  ἥλιος 7. πρβ. βέλο << ιτ. 8. foras, θύρα 9. λα-ν-θάνω, λάθος 10. < cum + miles 11. < ob+via 12. τύρβη (ταραχή), τυρβάζω, turbo, 1 13. mors.

21. ΠΩΣ ΠΗΡΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΤΟ PISAURUM

Brenno duce* Galli, apud Alliam flumen delētis* legiōnibus Rōmanōrum, evertērunt urbem Romam praeter Capitōlium, pro quo immensam pecuniam accepērunt. Turn Camillus, qui diu apud Ardeam in exilio fuerat propter Vēientānam praedam non aequo iure divīsam, absens dictātor est factus; is Gallos iam abeuntes secūtus est: quibus interemptis* aurum omne recēpit. Quod illic appensum civitāti nomen dedit: nam Pisaurum dicitur, quod illic aurum pensātum est. Post hoc factum rediit in exilium, unde tamen rogātus reversus est.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Brennus -i ο Βρέννος, αρχηγός των Γαλατών που κατατρόπωσε τους Ρωμαίους στον ποταμό Αλία το 387 π.Χ., κατέστρεψε και λεηλάτησε τη Ρώμη εκτός από το Καπιτώλιο (την ακρόπολη) και πήρε τεράστια λύτρα για να αποχωρήσει. Η καταστροφή στον Αλία (Allia) και τα γεγονότα που ακολούθησαν αποτελούσαν μια πολύ δυσάρεστη ανάμνηση για τους Ρωμαίους
Brenno duce υπό την ηγεσία του Βρέννου, με αρχηγό τον Βρέννο
Gallus -i ο Γαλάτης
everto -verti -versum -vertĕre, 3(ex + verto) καταστρέφω εντελώς
praeter (πρόθ. + αιτ.) εκτός
pro (πρόθ. + αφαιρ.) ως αντάλλαγμα, ως αντίτιμο
immensus -a -um τεράστιος, πολύ μεγάλος
pecunia -ae χρήματα(1)
Camillus -i (Κάμιλλος) = Μ. Furius Camillus: κατέλαβε τους Βηίους, (Vēii, πόλη της Ετρουρίας) αλλά οι Ρωμαίοι τον εξόρισαν με την κατηγορία ότι οικειοποιήθηκε παράνομα μέρος της λείας. Στη συνέχεια όμως του έδωσαν έκτακτες εξουσίες (dictātor) για να αντιμετωπίσει τους Γαλάτες· πράγμα που πέτυχε, με αποτέλεσμα να ανακληθεί από την εξορία
diu (επίρρ.) για πολύ καιρό
exilium -ii (i) η εξορία(2)
Ardea -ae η Αρδέα, πόλη του Λατίου
praeda -ae η λεία·
Vēientāna (επίθ.)
praeda η λεία από τους Βηίους
aequus -a -um ίσος, δίκαιος(3)
ius, iuris (ουδ.) το δίκαιο
aequo iure ακριβοδίκαια
divido, divīsi, divīsum, dividĕre, 3 μοιράζω·
non aequo iure divīsam(επιθ. μετοχή) που δεν είχε μοιραστεί ακριβοδίκαια
dictātor -ōris δικτάτορας, αρχιστράτηγος (εκλεγόταν για έξι μήνες με έκτακτες εξουσίες)
abeo, -ii(īvi), -itum, -īre, 4(ab+eo)φεύγω
sequor, secūtus sum, sequi, αποθ. 3 ακολουθώ(4)
interimo, -ēmi, - emptum, -imĕre, 3(inter+emo) εξολοθρεύω
quibus = eis
recipio, -cēpi, -ceptum, -cipĕre, παίρνω πίσω, επανακτώ
aurum -i χρυσάφι
appendo, - pendi, - pensum, - pendĕre, 3(ad+pendo) ζυγίζω
quod=id
illic (επίρρ.) εκεί
penso (θαμ.του pendo), 1 ζυγίζω· ο Σέρβιος παράγει το Pisaurum < penso+aurum
factum -i πράξη(5)
unde (επίρρ.) από όπου
rogo, 1 ( + αιτ. του προσ.) παρακαλώ (κάποιον), ζητώ
revertor, reverti (reversus sum), reverti, 3 = επιστρέφω (το ρήμα είναι ημιαποθετικό ή αποθετικό, ανάλογα με τον παρακείμενο).
Ετυμολογικά: 1. κυρ. «ιδιοκτησία σε ζώα»· pecus-oris = ζώα, κοπάδι· 2. exulo 3. >aequitas 4. con-sequor, socius, secundus 5. < facio

24. TO ΠΑΘΗΜΑ ΕΝΟΣ ΨΕΥΤΗ
Cum P. Cornēlius Nasīca ad Ennium poētam venisset* eique ab ostio quaerenti Ennium ancilla dixisset* eum domi non esse, Nasīca sensit illam domini iussu id dixisse et illum intus esse. Accipe nunc quid postea Nasīca fecerit*. Paucis post diēbus cum Ennius ad Nasīcam venisset* et eum a ianuā quaereret*, exclamāvit Nasīca se domi non esse, etsi domi erat. Tum Ennius indignātus quod Nasīca tam aperte mentiebātur: «Quid?» inquit «Ego non cognosco vocem tuam?» Visne scire quid Nasīca responderit*? «Homo es impudens. Ego cum te quaererem*, ancillae tuae credidi te domi non esse; tu mihi ipsi non credis?»
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ostium -ii πόρτα(1)ab ostio από την πόρτα (πρβ. a ianuā)
quaero, quaesīvi, quaesītum, quaerĕre, 3 ζητώ
eique = Nasīcae εμμ. αντικ. στοdixisset
ancilla -ae η υπηρέτρια
eum = Ennium
domini (γεν.) iussu με διαταγή του αφεντικού της
illum = Ennium
intus (επίρρ.) μέσα(2)
accipio μαθαίνω· accipe προστ. του ενεστώτα, β' εν. προσ.
nunc (επίρρ.) τώρα(3)
facio, fēci, factum, facĕre, 3* κάνω
ianua -ae πόρτα(4)
exclāmo, 1 αναφωνώ(5)
indignor, αποθ. 1 αγανακτώ
quod ... mentiebātur ουσ. πρότ., αντικ. του indignātus (quodπου, γιατί)
tam (επίρρ.) τόσο
aperte (επίρρ.) ανοικτά, φανερά
mentior, αποθ. 4 λέω ψέματα
cognosco, cognōvi, cognitum, cognoscĕre, 3 γνωρίζω(6)
tuus -a -um δικός σου
vis θέλεις (β' εν. του volo)
-nĕ εγκλιτικό ερωτηματ. μόριο· εισάγει ερωτηματικές προτάσεις (μεταφράζεται με το «μήπως» ή παραμένει αμετάφραστο)
scio, 4 γνωρίζω, μαθαίνω
impudens -entis αναιδής(7)
credo, credidi, creditum, credĕre, 3 ( + δοτ. και απαρ.) πιστεύω(8)
Ετυμολογικά: 1. < os = στόμα 2. ἐντός, intra, intro, 1 3. νῦν 4. < Ianus = Ιανός, ο θεός με τα δύο πρόσωπα (> Ιανουάριος) βλ. το μάθ. Χ, εισ. 5. inclāmo 6. co-gnosco- πρβ. γι-γνώσκω· 7. in + pudeo = ντρέπομαι· pudor 8. incredibilis



25. ΠΩΣ ΕΝΑ ΣΥΚΟ ΣΤΑΘΗΚΕ ΑΦΟΡΜΗ
ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ Η ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ

Cato attulit quodam die in curiam ficum praecocem ex Carthagine ostendensque patribus «Interrogo vos» inquit «quando hanc ficum decerptam esse putētis ex arbore». Cum omnes recentem esse dixissent, «Atqui ante tertium diem» inquit «scitōte* decerptam esse Carthagine. Tam prope a muris habēmus hostem! Itaque cavēte* periculum, tutamini* patriam. Opibus urbis nolīte* confidere. Fiduciam, quae nimia vobis est, deponite*. Neminem credideritis* patriae consultūrum esse, nisi vos ipsi patriae consulueritis. Mementōte* rem publicam in extrēmo discrimine quondam fuisse!» Statimque sumptum est Punicum bellum tertium, quo Carthāgo delēta est.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
affero, attuli, allātum, afferre (ad + fero) φέρνω (κάπου)
curia -ae το κτίριο της Συγκλήτου, το Βουλευτήριο
ficus -i και ficus -us (θ.) σύκο
praecox -ocis πρώιμος
Carthāgo -inis η Καρχηδόνα
ostendo, -tendi, -tentum ( -tensum), -tendĕre, 3 (obs + tendo· + αιτ. και δοτ.) δείχνω
patres -um οι Συγκλητικοί
quando (επίρρ.) πότε;
decerpo, -cerpsi, -cerptum, -cerpĕre, 3 (de + carpo) κόβω(1)
arbor -oris (θηλ.) δέντρο(2)
recens -ntis πρόσφατος, φρέσκος
atqui (σύνδ. αντιθ.) κι όμως
ante (πρόθ. + αιτ.) πριν· ante tertium diem πριν τρεις μέρες
tertius -a -um = τρίτος
scitōte βλ. παρατηρήσεις
Carthagine στην Καρχηδόνα (βλ. το μάθ. XXVIII)
prope ab (a) + αφαιρ. κοντά
murus -i τοίχος, τείχος·συνήθmuri -ōrum τείχη(3)
itaque (σύνδ. συμπερ.) επομένως, λοιπόν
tutor, αποθ. 1 προστατεύω
opes -um (θ., μόνο πληθ.) δυνάμεις(4)
nolīte βλ. παρατηρήσεις
confīdo, -fīsus sum, -fidĕre (ημιαποθ. 3 + αφ.) εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη, στηρίζομαι
nimius -a -um υπερβολικός
depōno, -posui, -positum, -ponĕre, 3(de + pono) αποβάλλω
neminem credideritis βλ. παρατηρήσεις· ο τύπος neminem είναι υποκ. τουconsultūrum esse
nisi (σύνδ. υποθ.) αν δεν
memini, meminisse (ελλειπτ., βλ. Γραμματ.) θυ- μάμαι(5)· για τοmementōte βλ. παρατηρήσεις
extrēmus -a -um έσχατος(6)
discrīmen -inis (ουδ.) κίνδυνος
quondam κάποτε (εννοεί στη διάρκεια του Β' Καρχηδονιακού πολέμου)
statim (επίρρ.) αμέσως
bellum sumo αρχίζω πόλεμο
Ετυμολογικά: 1. καρπ-ός 2. πρβ. άλμπουρο << βεν. 3. moenia, munio· πρβ. μουράγιο << βεν. 4. copia < * co-opia· in-opia 5. μέμνημαι 6. πρβ. εξτρεμισμός << γαλλ
.


27. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΩΡΙΜΑΖΕΙ ΟΠΩΣ ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ
Cum Accius ex urbe Rōmā Tarentum venisset, ubi Pacuvius grandi iam aetāte recesserat, devertit ad eum. Accius, qui multo* minor* natu erat, tragoediam suam, cui «Atreus» nomen est, ei desideranti lēgit. Tum Pacuvius dixit sonōra quidem esse et grandia quae scripsisset, sed vidēri tamen ea sibi duriōra* et acerbiōra. «Ita est» inquit Accius «ut dicis; neque id me sane paenitet; meliōra* enim fore spero, quae deinceps scribam. Nam quod in pomis est, idem esse aiunt in ingeniis: quae dura et acerba nascuntur, post fiunt mitia et iucunda; sed quae gignuntur statim viēta et mollia, non matūra mox fiunt sed putria».
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
grandis -is -e μεγάλος grandi iam aetāte σε μεγάλη πια ηλικία
deverto, -verti, -versum, -vertĕre, 3 (devertor, -verti, verti, ημιαποθ. 3) καταλύω, μένω
multo minor natu πολύ μικρότερος στην ηλικία (βλ. παρακ.)
tragoedia -ae ≤ τραγωδία
lego, lēgi, lectum, legĕre,3 (+ αιτ. και δοτ.) διαβάζω(1)
sonōrus -a -um ηχηρός(2)
quidem (επίρρ.) βέβαια
videor, visus sum, vidēri ( + δοτ. προσ. και απαρ. ενν. esse) φαίνομαι, μου φαίνεται
durus -a -um, σκληρός, τραχύ ς(3)
acerbus -a -um δυσάρεστος στη γεύση, πικρός, άγουρος
paenitet, paenituit, paenitēre, 2 (γ' πρόσ.) μετανοιώνω (me id paenitet- βλ. το μάθ. XXIX)
sane (επίρρ.) βέβαια
melior -ius συγκρ. του bonus
fore (ή futūrum -am -um esse) απαρ. του μέλλ. του sum
quae = ea quae
deinceps (επίρρ.) στη συνέχεια, αργότερα
pomum -i καρπός, οπώρα(4)
quae = ea quae (δηλ. poma)
aio, ais, ait, aiunt (ελλειπτ.· βλ. τη Γραμμ.) λέγω(5)
nascor, natus sum, nasci αποθ. 3 γεννιέμαι(6)
mitis -is -e γινωμένος, γλυ­κός
gigno, genui, genitum, gignĕre3 γεννώ
statim απ' την αρχή
viētus -a -um μαραμένος
mollis -is -e  μαλακός(7)
matūrus -a -um ώριμος
mox (επίρρ.) έπειτα, αργότερα
puter (putris) -is -e σάπιος
Ετυμολογικά: 1. > lectito 2. < sonus = ήχος· πρβ. σονάτα, σονέτο << ιτ. 3. πρβ. ντούρος << ιτ. 4. πρβ. πόμολο << ιτ. (από το σχήμα) 5. ἠμί, ἦν = λέγω, είπα 6. < * gnascor· natus -ί· γί-γνο-μαι, gi-gno 7. > re-mollesco
29. Ο ΟΚΤΑΒΙΑΝΟΣ, Ο ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ
Cum Octaviānus post victoriam Actiacam Rōmam redīret, homo quidam ei occurrit corvum tenens; eum instituerat haec dicere: «Ave, Caesar, victor imperātor». Caesaris* multum interfuit corvum emere; itaque viginti milibus sestertium eum ēmit. Id exemplum sutōrem quendam incitavit, ut corvum docēret parem salutatiōnem. Diu operam frustra impendēbat; quotiescumque avis non respondēbat, sutor dicere solēbat «Oleum et operam perdidi». Tandem corvus salutatiōnem didicit et sutor, cupidus pecuniae*, eum Caesari attulit. Audītā salutatiōne Caesar dixit: «Domi satis salutatiōnum* talium audio». Turn vēnit corvo in mentem verbōrum* domini sui: «Oleum et operam perdidi». Ad haec verba Augustus risit emitque avem tanti*, quanti* nullam adhuc emerat.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Octaviānus = Augustus (ο τίτλος Augustus του δόθηκε από τη Σύγκλητο το 27 π.Χ.)
occurro ( + δοτ.) πηγαίνω να συναντήσω
corvus -i  κόρακας
instituo, -stitui, -stitutūm, -stituĕre, 3 ( + αιτ. και απαρ.) διδάσκω κάποιον κάτι(1)
ave! χαίρε!
victor -ōris (αρσ.) νικητής(2)
interest, interfuit, interesse (inter + sum) (+ γεν. του προσ. και απαρ.) με ενδιαφέρει να κάνω κάτι (βλ. παρατηρ.)
emo, ēmi, emptum, emĕre, 3 αγοράζω(3)
viginti  είκοσι
mille (άκλ.· πληθ. milia - ium) χίλιοι(4)
sestertius -ii (γεν. πληθ. sestertium) ο σηστέρτιος (νόμισμα)
viginti milibus sestertium για είκοσι χιλιάδες σηστερτίους·
exemplum -i παράδειγμα
sutor -ōris (αρσ.) παπουτσής(5)
incito, 1 (+ αιτ. του προσ. και βουλ. προτ.) παρακινώ κάποιον να(6)
doceo, docui, doctum, docēre, 2 ( + 2 αιτ.) μαθαίνω, διδάσκω(7)
salutatio -ōnis (θ.) χαιρετισμός(8)
par, paris όμοιος, ίδιος
opera -ae εργασία, κόπος(9)
impendo, -pendi, - pensum, -pendĕre, 3 (in + pendo)ξοδεύω(10)operam impendoκοπιάζω μάταια
quotiescumque = cum ( + ορ.) όσες φορές, κάθε φορά που
oleum -i λάδι(11) -oleum et operam perdidi πάει χαμένο το λάδι (προκειμένου για νυχτερινή δουλειά) και ο κόπος μου, κρίμα στον κόπο μου!
tandem (επίρρ.) επιτέλους
disco, didici, discĕre, 3 μαθαίνω(12)
cupidus -a -um (επίθ. + γεν.) αυτός που επιθυμεί(13)
pecunia -ae το χρήμα
affero ( + αιτ. και δοτ.) φέρνω κάτι σε κάποιον
satis (επίρρ.) αρκετά(14)
satis salutatiōnum (γεν. διαιρ.) αρκετούς χαιρετισμούς (που μου φτάνουν)
talis -is -e (αντ. δεικτ.) τέτοιος, τέτοιου είδους
venit mihi in mentem ( + γεν.) μου έρχεται στο νου κάτι (πρβ. εἰσέρχεταί μοι), θυμάμαι
avis -is (θ.) πουλί(15)
tanti...quanti (γεν. της αξίας) τόσο... όσο
nullus -a -um (αντ. επίθ.) κανένας
adhúc (ad + hue) μέχρι τότε
Ετυμολογικά: 1. πρβ. ινστιτούτο < institūtum 2. victoria, vinco 3. σύνθ. sumo κτλ. 4. > μίλι 5. < suo = ράβω· πρβ. κο-στούμι << ιτ. < con-suo 6. ex-cito. con-cito 7. δοκέω, δόγμα· πρβ. ντοκουμέντο << ιτ. 8. < salūto 9. πρβ. όπερα, οπερέτα << ιτ. 10. ap-pendo 11. ἔλαιον 12. δι-δάσκομαι 13. < cupio 14. ἅδην < *σαδ-ην 15. αετός, αἰετός < αFι-ετός.
31. Η ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ ΔΕ ΒΓΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΚΑΛΟ
Bello* Latīno Τ. Manlius consul nobili genere* natus exercitui Rōmanōrum praefuit. Is cum aliquando castris* abīret, edixit ut omnes pugnā* abstinērent. Sed paulo* post filius eius castra hostium praeterequitāvit et a duce* hostium his verbis* proelio lacessītus est: «Congrediāmur, ut singulāris proelii eventu* cernātur, quanto* miles Latīnus Rōmāno virtūte* antecellat». Turn adulescens, viribus* suis confīsus et cupiditāte* pugnandi permōtus, iniussū* consulis in certāmen ruit; et fortior hoste*, hastā* eum transfixit et armis* spoliāvit. Statim hostes fugā* salūtem petivērunt. Sed consul, cum in castra revertisset, adulescentem, cuius operā* hostes fugāti erant, morte* multāvit.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
bello Latīno στο Λατινικό πόλεμο·Latīnus -a -um Λατινικός, Λατίνος
nobili genere (αφ. της καταγωγής)natus καταγόμενος από αριστοκρατική γενιά
praesum, -fui, -esse ( + δοτ.) προΐσταμαι, έχω την αρχηγία
aliquando (επίρρ.) κάποτε
edīco, -dixi, -dictum, -dicĕre, 3 (e + dico· + βουλητ. πρότ.) διατάζω να (ut)
abstineo, -tinui, -ten- turn, -tinēre, 2 (abs + teneo· + αφ.) απέχω από, κρατιέμαι μακριά
praeterequito, 1 (praeter + equitoιππεύω) περνώ έφιππος μπροστά από
lacesso, lacessīvi, lacessītum, lacessĕre, 3 ( + αιτ. και δοτ.) προκαλώ κάποιον σε (μάχη = proelio)
congredior, -gressus sum, -gredi,αποθ. 3* (cum + gradior) συγκρούομαι, μονομαχώ·congrediāmur προτρ. υποτ.(1)
singulāris -is -e μόνος, μοναδικός·proelium singulāre μονομαχία
eventus -us (αρσ.) έκβαση(2)cerno, crevi, cretum*, cernĕre, 3 κρίνω, αποφασίζω· ut... cernātur για να φανεί από την έκβαση της μονομαχίας
quanto (αφ.) πόσο
antecello, -ĕre, 3 ( + δοτ. και αφ.) ξεπερνώ κάποιον σε κάτι(3)
adulescens -ntis (αρσ. και θ.) νεαρός -ή
cupiditas -ātis (θ.) επιθυμία(4)
pugno, 1 μάχομαι(5)
pugnandi για μάχη (γερούνδιο· βλ. το μάθ. XXXII)
permoveo -mōvi -mōtum, -movēre, 2 (per + moveo)παρακινώ, παρασύρω
iniussu + γεν.: αντίθετα με τη διαταγή κάποιου (πρβ. iussu domini)
certāmen -inis (ουδ.) αγώνας, μάχη(6)
ruo, rui, rutum, ruĕre, 3 ορμώ
transfīgo, -fixi, -fixum, -figĕre,3 (trans + figo = καρφώνω) διαπερνώ
spolio, 1 ( + αιτ. του προσ. και αφ.) απογυμνώνω, σκυλεύω
salus -ūtis (θ.) σωτηρία(7)
peto, petīvi (petii), petītum, petĕre, 3 ορμώ· ζητώ(8)
fugā salūtem petere ζητώ τη σωτηρία στη φυγή
fugo, 1 τρέπω σε φυγή(9)
operā ( + γεν. του προσ.) με τις ενέργειες κάποιου, χάρη σε κάποιον
multo, 1 τιμωρώ ( + αφ. της ποινής)
Ετυμολογικά: 1. πρβ. κογκρέσο << ιτ. = συνέλευση· e-gredior 2. < evenio < e+venio 3. *-cello = υπερέχω· πρβ. collis, κολωνός 4. < cupidus < cupio 5. < pugna 6. < certo 7. > salūto > salutatio 8. πετ-ώ, πί-πτ-ω < *πι-πετ-ω 9. < fuga· fugio.
34. Ο ΣΚΙΠΙΩΝΑΣ Ο ΑΦΡΙΚΑΝΟΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΑΡΧΟΙ
Cum Africānus in Literno esset, complūres praedōnum duces forte salutātum* ad eum venērunt. Tum Scipio, cum se ipsum captum* venisse eos existimasset, praesidium domesticōrum in tecto*conlocāvit. Quod ut praedōnes animadvertērunt, abiectis armis ianuae appropinquavērunt et clarā voce Scipiōni nuntiavērunt (incredibile audītu!) virtūtem eius admirātum* se venisse. Haec postquam domestici Scipiōni rettulērunt, is fores reserāri eosque intromitti iussit. Praedōnes postes ianuae tamquam sanctum templum venerāti sunt et cupide Scipiōnis dextram osculāti sunt. Cum ante vestibulum dona posuissent, quae homines deis immortalibus consecrāre solent, domum revertērunt.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Liternum -i το Λίτερνο της Καμπανίας
complūres -es -(i)a πολλοί
praedo -ōnis (αρσ.) ληστής(1)
forte (επίρρ.) κατά τύχην(2)
salūto, 1 χαιρετίζω επίσημα
praesidium φρουρά
domestici -ōrum (πληθ.) οι δούλοι του σπιτιού(3)
tectum -i σπίτι
abicio, -iēci, -iectum, -icĕre (ab + iacio) πετώ μακριά· καταθέτω (τα όπλα)
clarus καθαρός, δυνατός(4)
incredibile auditu απίστευτο στο άκουσμα, να το ακούς και να μην το πιστεύεις!
haec = verba praedōnum, τα λόγια των ληστών
admīror, αποθ. 1 (ad + miror)θαυμάζω(5)
resero, 1 ανοίγω
intromitto, -mīsi, -missum, -mittĕre, 3 (intra + mitto) βάζω μέσα
postis -is (αρσ.) παραστάδα
sanctus -a -um ιερός(6)
tamquam (επίρρ. παραβολ.) όπως, ως, σαν
veneror, αποθ. 1, προσκυνώ, λατρεύω
cupide (επίρρ.) με πάθος(7)
dextra -ae  το δεξί (χέρι(8))
osculor, αποθ. 1 φιλώ(9)
vestibulum -i πρόδομος, είσοδος
dōnum -i = δώρο(10)
pono, posui, positum, ponĕre, 3 τοποθετώ
consecro, 1 αφιερώνω, προσφέρω(11)
Ετυμολογικά: 1. < praeda 2. fortūna 3. < domus 4. prae-clārus 5. mirabilis 6. sacer 7. < cupidus <cupio 8. dex-ter δεξιός 9. < osculum 10. < do 11. < sacer
36. MIA ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑΣ
Manius Curius Dentātus maximā frugalitāte utebātur, quo* facilius divitias contemnere posset. Die quodam Samnitium legāti ad eum venērunt. Ille se in scamno assidentem apud focum et ex ligneo catillo cenantem eis spectandum* praebuit. Samnitium divitias contempsit et Samnītes paupertātem eius mirāti sunt. Nam cum ad eum magnum pondus auri publice missum attulissent, ut* eo uterētur, vultum risu solvit et protinus dixit: «Supervacaneae, nē* dicam ineptae, legatiōnis ministri, narrāte Samnitibus Manium Curium malle locupletibus imperāre quam ipsum fieri locuplētem; et mementōte me nec acie vinci nec pecuniā corrumpi posse».
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
frugalitas-ātis (θ.) ολιγάρκεια
utor, usus sum, uti, αποθ. 3 (+ αφ.) χρησιμοποιώ(1)· frugalitāte utorείμαι ολιγαρκής
quo (σύνδ. τελ.) για να· quo facilius ... posset για να μπορεί ευκολότερα
facilis -is -e εύκολος(2)
divitiae -ārum (μόνο πληθ.) πλούτη(3)
contemno, -tempsi, -temptum, -temnĕre, 3 περιφρονώ
Samnītes -ium οι Σαμνίτες
scamnum -i ≥ σκαμνί(4)
assideo, -sēdi, -sessum, -sidēre, 2(ad + sedeo) κάθομαι (δίπλα)
focus -i εστία, φωτιά· apud focumδίπλα στη φωτιά
ligneus -a -um ξύλινος
catillus -i πιάτο
ceno, 1 δειπνώ, γευματίζω
praebeo, -bui, -bitum -bēre, 2 (prae + habeo) παρέχω, προσφέρω
se spectandum (γερουνδιακό του σκοπού)
praebuit παρουσιάστηκε για να τον δουν, στα μάτια τους
paupertas -tātis (θ). φτώχεια(5)
miror, αποθ. 1 θαυμάζω(6)
pondus -eris (ουδ.) βάρος(7)
aurum -i χρυσάφι· magnum pondus auri πολύ χρυσάφι
publice δημόσια, από την πολιτεία (το δημόσιο ταμείο)
risus -us (αρσ.) γέλιο(8)
solvo, solvi, solūtum, solvĕre, 3 λύνω, χαλαρώνω(9)· vultum risu solvit χαλάρωσε (μαλάκωσε) το (αυστηρό του) πρόσωπο με το γέλιο (γελώντας)
protinus (επίρρ.) αμέσως
supervacaneus -a -um περιττός, ανώφελος
 (τελ. σύνδ.) για να μη·supervacaneae, ne dicam ineptae, legatiōnis της περιττής -για να μην πω ανόητης- πρεσβείας
ineptus -a -um άκαιρος, ανόητος
legatio -ōnis (θ.) πρεσβεία(10)·legatiōnis ministriαπεσταλμένοι, πρεσβευτές
malo, malui, malle προ- τιμώ(11)
locuples -plētis πλούσιος(12)
acies -ēi παραταγμένος στρατός· μάχη(13)· acie στη μάχη
corrumpo, -rūpi, -ruptum, -rumpĕre, 3 διαφθείρω(14)
pecuniā (αφ. του μέσου) με χρήματα
Ετυμολογικά: 1. > usus 2. < facio. 3. «αγαθά-προσφορά των θεών»· divus, δῖος 4. πρβ. σκίμπους· πρβ. σκαμπό << γαλλ. 5. < pau-per = φτωχός· πρβ. paucus, παῦ-ρος 6. ad-mīror, mirabilis 7. ap-pendo 8. < rideo 9. πρβ. σβέλτος << ιτ. 10. < legātus 11. < magis-volo 12. < locu-plēs = «πλούσιος σε γη» · plē-nus 13. επίσης «αιχμή»· πρβ. άκ-ρη, ακ-μή κτλ. 14. pro-rumpo



38. Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΚΑΙΚΙΛΙΑΣ
Caecilia, uxor Metelli, dum* more prisco omen nuptiāle petit filiae sorōris, ipsa fēcit omen. Nam in sacello quodam nocte cum sorōris filiā persedēbat expectabatque dum* aliqua vox congruens proposito audirētur. Tandem puella, longā morā standi fessa, rogāvit materteram, ut sibi paulisper loco cederet. Tum Caecilia puellae dixit: «ego libenter tibi meā sede cedo». Hoc dictum paulo post res ipsa confirmāvit. Nam mortua est Caecilia, quam Metellus, dum* vixit, multum amāvit; postea is puellam in matrimonium duxit.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Metellus -i ο Μέτελλος
dum (σύνδ. χρον.) ενώ
mos, moris (αρσ.) έθιμο
priscus -a -um αρχαίος(1)· more prisco σύμφωνα με τα αρχαία (πατροπαράδοτα) ήθη (έθιμα, συνήθειες)
nuptiālis -is -e γαμήλιος
omen -inis (ουδ.) οιωνός· omen petoεπιδιώκω την εμφάνιση οιωνού (αναζητώ οιωνό)
soror -ōris (θ.) αδελφή· filiae (δοτ.)sorōris για την κόρη της αδελφής της
omen facio δημιουργώ οιωνό
sacellum -i μικρό ιερό, μικρό τέμενος(2)
nocte (αφαιρ. χρον.) τη νύχτα
persedeo, -sēdi, -sessum, -sedēre, 2(per + sedeo) κάθομαι για πολλή ώρα
expecto, 1 (ex + specto) περιμένω
dum (σύνδ. χρον.) μέχρι να
congruens -ntis (μτχ. του congruo) σύμφωνος
propositum -i σκοπός· vox congruens proposito φωνή που να ανταποκρινόταν στο σκοπό (για τον οποίο ήταν εκεί)
tandem (επίρρ.) στο τέλος, κάποτε
mora -ae χρονοτριβή, καθυστέρηση· longā morā standi από την πολλή ορθοστασία
rogo (+ βουλ. πρότ.) ζητώ να (ut)
matertera -ae = θεία (αδελφή της μητέρας)(3)
paulisper (επίρρ.) για λίγο
sedes -is (θ.) κάθισμα(4)
cedo, cessi, cessum, cedĕre, 3 (+ αφ.) παραχωρώ (τη θέση μου: loco)
dum όσο (χρόνο)
matrimonium ii(i) γάμος(5)·puellam in matrimonium duco (γιο άντρα) παίρνω την κοπέλα γυναίκα μου (πρβ.ἄγομαι γυναῖκα)
Ετυμολογικά: 1. κυρ. «προγενέστερος»· πρβ. pri-mus, prin-ceps, πριν 2. υποκορ. του sacrum 3. < mater μήτηρ 4. ἕδ-ρα, sed-eo 5. < mater μήτηρ.
42. Ο ΚΙΚΕΡΩΝΑΣ ΚΑΙ
Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΙΛΙΝΑ

Nonnulli sunt in hoc ordine, qui* aut ea, quae* imminent, non videant, aut ea, quae* vident, dissimulent: qui* spem Catilīnae mollibus sententiis aluērunt coniurationemque nascentem non credendo confirmavērunt; quorum* auctoritātem secūti multi, non solum improbi verum etiam imperīti, si in hunc animadvertissem, crudeliter et regie id factum esse dicerent. Nunc intellego, si iste in Manliāna castra pervenerit, quo* intendit, neminem tam stultum fore, qui* non videat coniuratiōnem esse factam, neminem tam improbum, qui* non fateātur.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
nonnulli sunt... qui (αναφ. συμπερ. προτ.) = υπάρχουν μερικοί που
ordo -inis (αρσ.) τάξη· η τάξη των Συγκλητικών (ordo senatōrius), οι Συγκλητικοί, η Σύγκλητος
immineo, -ēre, 2 = πλησιάζω απειλητικά
dissimulo, 1 προσποιούμαι ότι δεν...(1)
mollis επιεικής
qui = ii
alo, alui, alitum (altum), alēre, 3 (εκ)τρέφω(2)
coniuratio -ōnis = συνωμοσία(3)
non credendo (αφ. του γερουνδίου): ενν. (eam) nasci
quorum = eōrum
auctoritas -ātis (θ.) κύρος, επιρροή(4)·auctoritātem alicūius sequor ενεργώ κάτω από την επιρροή κάποιου
si ... animadvertissem, ... dicerent, υποθ. λόγος που εκφράζει το αντίθετο του πραγματικού
animadverto in aliquem τιμωρώ κάποιον
crudeliter (επίρρ.) με σκληρότητα(5)
regie (επίρρ.) τυραννικά(6)
si ... pervenerit (υποτ. του πρκ.),intellego ... neminem... foreυποθετ. λόγος του α' είδους σε πλάγιο λόγο
pervenio, -vēni, -ventum, -venīre, 4 (per + venio) φθάνω
Manliāna castra το στρατόπεδο του Μανλίου· ο Γάιος Μάνλιος ήταν ένας από τους συνωμότες, οργανωτής του στρατού του στην πόλη Faesulae
intendo, -tendi, -tentum (-tensum) -tendĕre, 3 (in + tendo) κατευθύνομαι· quo (τοπ. επίρρ.) όπου intendit (βλ. το μάθ. XLVIII Π3) όπου κατευθύνεται
stultus -a -um ανόητος
fateor, fassus sum, fatēri,ομολογώ(7)· qui non fateāturεννconiuratiōnem esse factam
Ετυμολογικά: 1. dis-simulo 2. ἀλ-δαίνω· sub-oles, ad-olescens 3. < con-iūro 4. augeo αυξάνω 5. < crudēlis = σκληρός· πρβ. cru-entus 6. < regius (βλ. την εισ. στο μάθ. IX) 7. φη-μί, φά-σκω. φατός, φάτις

43. Η ΟΡΓΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Num* ad hostem vēni et captīva in castris tuis sum? In hoc me longa vita et infēlix senecta traxit, ut primum exsulem deinde hostem te vidērem? Qui* potuisti populāri hanc terram, quae te genuit atque aluit? Non tibi ingredienti fines patriae ira cecidit? Quamvis infesto et mināci animo perveneras, cur*, cum in conspectu Rōma fuit, tibi non succurrit: «intra illa moenia domus ac penātes mei sunt, mater coniunx līberique»? Ergo ego nisi peperissem, Rōma non oppugnarētur; nisi filium habērem, lībera in līberā patriā mortua essem. Ego nihil iam pati possum nec diu miserrima futūra sum: at contra hos, si pergis, aut immatūra mors aut longa servitus manet.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
num (ερωτ. μόριο) μήπως;
captīvus -a -um αιχμάλωτος(1)
in hoc σε τέτοιο σημείο
infēlix -īcis δυστυχισμένος(2)
senecta -ae τα γερατειά(3)
ut... vidērem συμπ. πρόταση
exsul(exul) -is εξόριστος(4)
primum ... deinde πρώτα ... έπειτα
qui (ερωτ. επίρρ.) πώς;
populor, αποθ. 1, λεηλατώ
ingredior, -gressus sum, -grĕdi,αποθ. 3* εισβάλλω, εισέρχομαι(5)
finis -is (αρσ.) σύνορο (τέλος)(6)
ira -ae οργή(7)
cado, cecĭdi, casum, cadĕre,3πέφτω(8)· non tibi ira cecidit? δε σου πέρασε η οργή;
quamvis (σύνδ.) αν και, παρόλο που
minax -ācis απειλητικός(9)
cur (ερωτ. επίρρ.) γιατί;
conspectus -us (αρσ.) θέα, όψη(10)·cum in conspectu Rōma fuit όταν είδες τη Ρώμη
succurrit, -currit, -cursum, -currere,3
(
sub + curro· γ' πρόσ. + δοτ. προσ.) μου έρχεται κάτι στο μυαλό (πρβ.εἰσέρχεταί μοι)
intra (προθ. + αιτ.) μέσα domus -us (θηλ.) σπίτι(11)
penātes -ium (αρσ.)οι θεοί του σπιτιού, το σπίτι
coniunx (coniux) -gis  σύζυγος (ο,η)(12)
līberi -ōrum (μόνο πληθ.) τα παιδιά
nisi ... peperissem, nisi... habērem υποθ. λόγοι που δηλώνουν το αντίθετο του πραγματικού
ego ... sum εννοεί ότι δεν μπορεί πια να περιμένει τίποτε χειρότερο και ότι η δυστυχία της θα τελειώσει, αφού σύντομα θα πεθάνει
patior, passus sum, pati αποθ. 3* υπομένω, υφίσταμαι, παθαίνω(13)
at (συνδ. αντιθ.) αλλά (η αντίθεση είναι πολύ έντονη)
contra (επίρρ.) αντίθετα
hos ενν. τη γυναίκα και τα παιδιά του Κοριολανού
si pergis αν συνεχίσεις (από το σημείο που βρίσκεσαι)
immatūrus -a -um πρόωρος(14)
servitus -ūtis (θ.) σκλαβιά(15)
maneo, mansi, mansum, manēre, 2 (περι)μένω(16).
Ετυμολογικά: 1. < captus του capio. 2. felix, infeliciter 3. < senex 4. > ex(s)ulo· ex(s)ilium 5. in + gradior = βαδίζω· πρβ. con-gredior 6. > finālis· πρβ. φινάλε << ιτ. 7. irātus 8. πρβ. κάζο << ιτ. 9. minitor 10. < conspicio 11. δόμος, δῶμα 12. con-iux· πρβ. iugum ζυγός 13. > patientia = υπομονή· πάσχω, πάθ-ος-παθ-ον 14. in-matūrus 15. < servus 16. re-maneo.



44. Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΤΥΡΑΝΝΩΝ
Haec est tyrannōrum vita, in quā nulla fides, nulla caritas, nulla fiducia benevolentiae stabilis esse potest: tyrannis omnia semper suspecta atque sollicita sunt; nullus locus amicitiae eis est. Nescio enim quis* possit diligere eum, quem metuat, aut eum, a quo se metui putet. Coluntur tamen simulatiōne dumtaxat ad tempus. Quodsi forte, ut fit plerumque, cecidērunt, tum intellegitur, quam* fuerint inopes amicōrum. Hoc est quod Tarquinium dixisse ferunt exulantem: «Tum intellexi, quos* fīdos amīcos habuissem, quos* infīdos, cum iam neutris gratiam referre poteram».
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
tyrannus -i ≤ τύραννος
fides -ei (θ.) εμπιστοσύνη
caritas -ātis (θ.) αγάπη, στοργή(1)
fiducia -ae πίστη
benevolentia -ae ευμένεια, καλή θέληση, εύνοια(2)· nulla fiducia stabilis benevolentiae (γεν.) καμία πίστη σε σταθερή (διαρκή) φιλία
stabilis -is -e  σταθερός(3)
suspectus -a -um (μτχ. του suspicio) ύποπτος(4)
nullus locus amicitiae eis est δεν έχει θέση η φιλία σε αυτούς
nescio, 4(ne + scio) αγνοώ, δεν ξέρω(5)
metuo, metui, metūtum, metuĕre, 3 φοβάμαι(6)
colo σέβομαι· coluntur ενν. οι τύραννοι
simulatio -ōnis προσποίηση, υποκρισία(7)· simulatiōne (αφ.) υποκριτικά
dumtaxat (επίρρ.) μόνο, τουλάχιστον
ad tempus για κάποιο χρονικό διάστημα· coluntur... ad tempusστους τυράννους δείχνουν (οι γύρω τους) εντούτοις υποκριτικό σεβασμό, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα
quodsi (σύνδ. υποθ.) αν όμως
forte ίσως
ut fit plerumque (παρενθ. παραβολική πρόταση) όπως συμβαίνει συνήθως
quodsi... cecidērunt, tum intellegitur υποθ. λόγος του πραγματικού
inops -opis ( + γεν.) αυτός που έχει έλλειψη από κάτι(8)
quam... amicōrum πόσο τους έλλειπαν οι φίλοι
Tarquinius βλ. το μάθ. IX, εισ.
fīdus -a -um πιστός(9)
infīdus -a -um άπιστος, αβέβαιος, ψεύτικος(9)
neuter -tra -trum (αντ. επίθ.· βλ. το μάθ. L) ούτε ο ένας ούτε ο άλλος· neutris δοτ.
gratia -ae εύνοια, χάρη
refero ανταποδίδω· gratiam refero alicui ανταποδίδω τη χάρη σε κάποιον
tum... cum (χρον. πρότ.) τότε... όταν
Ετυμολογικά: 1. < carus = αγαπητός 2. < bene-volo 3. > stabilitas· πρβ. stabilio 4. suspicio -ōnis = υποψία 5. nescius 6. < metus 7. < simulo· πρβ. dis-simulo 8. inopia, copia, opes 9. fides, fiducia, con-fido· πείθω, πίστις, πιθανός.
45. MIA ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΑΝΑΠΤΕΡΩΝΕΙ TO ΗΘΙΚΟ
ΤΩΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΩΝ
Caesar ex captīvis cognoscit quae apud Cicerōnem gerantur quantōque in periculo res sit. Tum cuidam ex equitibus Gallis persuādet ut* ad Cicerōnem epistulam deferat. Curat et providet nē*, interceptā epistulā, nostra consilia ab hostibus cognoscantur. Quam ob rem epistulam conscriptam Graecis litteris mittit. Legātum monet ut*, si adīre non possit, epistulam ad amentum tragulae adliget et intra castra abiciat. In litteris scribit se cum legionibus celeriter adfore. Gallus, periculum veritus, constituit ut* tragulam mitteret. Haec casu ad turrim adhaesit et tertio post die a quodam milite conspicitur et ad Cicerōnem defertur. Ille epistulam perlegit militesque adhortātur ut* salūtem sperent.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
quae... gerantur, quantōque... sitπλάγιες ερωτήσεις
apud Cicerōnem στο στρατόπεδο του Κικέρωνα
persuadeo, -suāsi, -suāsum, -suadēre, 2 (per + suadeo· + δοτ. και βουλ. πρόταση) πείθω κάποιον να κάνει κάτι(1)
defero μεταφέρω
curo (+ βουλητ. πρότ.) φροντίζω να
provideo, -vīdi, -vīsum, -vidēre, 2 ( + βουλητ. πρότ.) προνοώ, μεριμνώ(2)
 (σύνδ. βουλητ.) να μη
intercipio, -cēpi, -ceptum, -cipĕre, 3(inter + capio) αρπάζω κάτι πριν φθάσει στον προορισμό του
consilium -ii (i) σχέδιο
conscrībo, -scripsi, -scriptum, -scribĕre, 3 γράφω
Graecis litteris (με ελληνικά γράμματα) στα ελληνικά
moneo συμβουλεύω, καθοδηγώ (+ βουλητ. πρότ.)
adeo, -ii, -itum, -īre, 4 πλησιάζω
amentum -i ιμάντας, λουρί
tragula -ae είδος ακοντίου (δεμένο με λουρί, με τη βοήθεια του οποίου το έριχναν(3))
celeriter (επίρρ.) γρήγορα(4)
adsum, -fui, -esse (ad + sum)είμαι παρών· έρχομαι· adfŏre = adfutūrum esse
vereor, veritus sum, verēri,αποθ. 2 φοβάμαι(5)
constituo (+ βουλητ. πρότ.) αποφασίζω
casu (αφ. του casus) τυχαία
turris -is (θ.) πύργος(6)
adhaeresco -haesi, -haesum, -haerescĕre, 3 (ad + haeresco)προσκολλιέμαι, καρφώνομαι
tertio post die = post tertium diem
conspicio, -spexi, -spectum, -spicĕre, 3* (cum + *specio)βλέπω (πέφτει το βλέμμα μου)(7)
perlego, -lēgi, -lectum, -legĕre, 3 (per + lego) διαβάζω μέχρι το τέλος
adhortor, αποθ. 1 (ad + hortor·+ βουλητ. πρότ.) προτρέπω
Ετυμολογικά: 1. κυρ. «παρουσιάζω κάτι ως ευχάριστο»· πρβ. suavis - ἡδύς 2. πρβ. prudentia < providentia 3. < traho 4. < celer = γρήγορος· πρβ. κέλητας = γρήγορο άλογο· 5. κυρ. «βλέπω με φόβο»· πρβ. ὁράω < Fοράω. 6.  τύρρις, τύρσις 7 > conspectus.

Δεν υπάρχουν σχόλια: