Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Λεξιλόγιο δικανικών όρων

  • ἂγω εἰς δίκην ή δικαστήριον ή ἐπί τούς δικαστάς = καταγγέλλω κάποιον στο δικαστήριο
  • ἀγών = δίκη δημόσια ή ιδιωτική, δικαστικός αγώνας
  • ἀγωνίζομαι γραφήν ή δίκην = υποστηρίζω μέχρι το τέλος κάποια υπόθεση
  • αἰτία = κατηγορία
  • αἰτίαν ἒχω, ἐν αἰτία εἰμί, αἰτίαν λαμβάνω = κατηγορούμαι
  • ἀειφυγία = εξορία, ισόβια
  • αἱρῶ = αποδεικνύω κάποιον ένοχο για έγκλημα
  • αἱρῶ γραφήν ή δίκην = κερδίζω δίκη
  • ἁλίσκομαι = καταδικάζομαι για κάτι
  • ἃλωσις = καταδίκη
  • ἀνατίθημι = ρίχνω επάνω, αποδίδω
  • ἀντιδικῶ = είμαι αντίδικος, προτείνω δίκη εναντίον κάποιου
  • ἀντίδικος = ο κατήγορος ή ο κατηγορούμενος ανάλογα
  • οἱ ἀντίδικοι = τα πρόσωπα που έχουν τη διαφορά
  • ἀντίδοσις = ανταλλαγή περιουσίας (στην αρχαία Ελλάδα)
  • ἀπαγωγή = παρουσίαση μπροστά στις αρχές και καταγγελία
  • ἀπογιγνώσκω = αθωώνω κάποιον
  • ἀπογράφω = καταγγέλλω κάποιον
  • ἀπογραφή = αντίγραφο μηνύσεως, κατάθεση, καταγραφή
  • ἀποκτείνω= καταδικάζω σε θάνατο
  • ἀποκτείνω εμαυτόν = αυτοκτονώ
  • ἀποφεύγω = απαλλάσσομαι από την κατηγορία
  • ἀποψηφίζομαί τινός = αθωώνω κάποιον
  • ἂτιμος= όποιος στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα
  • ἀτιμῶ = στερώ από κάποιον τα πολιτικά του δικαιώματα
  • ἀφίημι = απαλλάσσω από την κατηγορία
  • βούλευσις= επιβουλή για τη ζωή κάποιου, αγωγή για φόνο «εκ προμελέτης»
  • γραφή = καταγγελία, μήνυση για δημόσιο αδίκημα
  • γραφή ξενίας = μήνυση εναντίον κάποιου που παράνομα απέκτησε πολιτικά δικαιώματα
  • γραφή παρανόμων = καταγγελία για παράνομες προτάσεις
  • γράφομαι = μηνύω, καταγγέλλω κάποιον
  • τό γεγραμμένον = η ποινή
  • τά γεγραμμένα = τα άρθρα της μηνύσεως
  • γράφω ψήφισμα = υποβάλλω σχέδιο νόμου
  • διαγιγνώσκω = αποφασίζω σε κάποια δίκη
  • δέομαι καί ἱκετεύω και ἀντιβολῶ = συνήθως μαζί αυτά τα τρία ρήματα φανερώνουν πολύ θερμή ικεσία
  • διαγράφω δίκην = ξεγράφω από τον κατάλογο κάποια δίκη
  • διαγράφομαι δίκην = αποσύρω τη δίκη
  • διαμαρτύρομαι= κάνω ένσταση, παρουσιάζω μάρτυρες
  • δίδωμι δίκην = τιμωρούμαι
  • Δίκη = η θεά της δικαιοσύνης
  • διώκω = κάνω μήνυση εναντίον κάποιου
  • ὁ διώκων = ο κατήγορος
  • δοκιμάζω = εξετάζω και κρίνω κάποιον για δημόσιο λειτούργημα
  • ἐγκαλῶ = μηνύω κάποιον στο δικαστήριο
  • ἒγκλημα = κατηγορία, παράπονο
  • εἰσαγγέλλω= μηνύω κάποιον για δημόσιο αδίκημα
  • εἰσάγω γραφήν ή δίκην = εισάγω στο δικαστήριο κάποια υπόθεση.
  • ἐνδείκνυμι = μηνύω, καταγγέλλω.
  • ἐξελέγχω = καταδικάζω , αποδεικνύω ένοχο
  • ἐπέξειμί τινος = καταδιώκω κάποιον δικαστικώς
  • πιδικάζω= επικυρώνω με δικαστική απόφαση κάτι σε κάποιον
  • ἐπικαλῶ = εγκαλώ = κατηγορώ
  • πικηρύσσω = ορίζω ποινή
  • πιμαρτύρομαι = παρουσιάζω κάποιον ως μάρτυρα.
  • πισκήπτω = μηνύω κάποιον
  • πιστάτης = ο πρόεδρος της συνελεύσεως, ο επιθεωρητής
  • πιτίθημι = βάζω πρόσθετη ποινή
  • ἐπιτιμῶ = βάζω ποινή σε κάποιον
  • πίτιμος= αυτός που έχει όλα τα δικαιώματα του πολίτη
  • εύθυνα = τιμωρία
  • εὐθύνας δίδωμι = λογοδοτώ
  • εὒνοια = δωροδοκία
  • ζημία = εὒθυνα = τιμωρία, πρόστιμο
  • ζημίωμα = πρόστιμο, ποινή
  • ζητέω- = ερευνώ, αναζητώ.
  • ζήτησις = δικαστική έρευνα.
  • ἡττάομαι-ῶμαι= χάνω τη δίκη, καταδικάζομαι
  • θάνατος = θανατική καταδίκη με νόμο
  • καθαιρέω-= καταδικάζω
  • καθαίρουσα ψῆφος = καταδικαστική ψήφος
  • καθίσταμαί τινά εἰς ἀγῶνα = φέρνω κάποιον σε δίκη
  • καλοῦμαί τινά = μηνύω κάποιον
  • καταγιγνώσκω τινός τι = καταλογίζω σε κάποιον κάτι
  • καταγιγνώσκω τινός θάνατον = καταδικάζω κάποιον σε θάνατο
  • κατακρίνω = καταδικάζω
  • καταχειροτονῶ = ψηφίζω εναντίον κάποιου με ανάταση του χεριού
  • καταχειροτονῶ θάνατόν τινός = ψηφίζω το θάνατο κάποιου
  • καταψηφίζομαί τινός = καταδικάζω κάποιον με την ψήφο μου
  • καταψήφισις = καταδίκη.
  • κρίνω = κατηγορώ, καταδικάζω
  • κρίσις = απόφαση, δίκη
  • λέγω λόγον = (για τον κατήγορο) = απαγγέλλω κατηγορία
  • λέγω λόγον = (για τον κατηγορούμενο) = απολογούμαι
  • μαρτύρομαι = επικαλούμαι μάρτυρα , διαμαρτύρομαι
  • μετοίκιον = ο φόρος των ξένων που έμεναν στην Αθήνα
  • νικῶ την δίκην = κερδίζω τη δίκη.
  • ξενικόν = ο φόρος των ξένων εμπόρων στην Αθήνα.
  • ὀφλισκάνω δίκην = χάνω τη δίκη
  • ὀφλισκάνω + γεν . της αιτίας = καταδικάζομαι για…
  • ὀφλισκάνω δίκην θανάτου = καταδικάζομαι σε θάνατο
  • ὀφλισκάνω ζημίαν = καταδικάζομαι να πληρώσω πρόστιμο
  • παράνομα γράφω = προτείνω πράγματα παράνομα
  • παρανόμων γραφή = μήνυση για παράνομες προτάσεις
  • παρανόμων φεύγω = καταγγέλλομαι για παράνομες προτάσεις
  • προβούλευμα = προκαταρκτικό ψήφισμα
  • προκαταγιγνώσκω= καταδικάζω κάποιον πριν απολογηθεί
  • προσκαλῶ (για κατήγορο) = καταθέτω μήνυση
  • προχειρίζομαι = ορίζω, εκλέγω, εγκαθιστώ
  • σείω = συκοφαντώ
  • τάττω ζημίαν = επιβάλλω ποινή
  • τιμῶ = επιβάλλω ποινή, καταδικάζω…
  • τίμησις = υπολογισμός ζημίας ή βλάβης
  • τίμημα = τιμωρία, πρόστιμο
  • ὑβρίζω = κακοποιώ, βιάζω, ατιμάζω, γίνομαι υπερήφανος
  • ὕβρις = σοβαρή σωματική κακοποίηση, προσβολή, αλαζονεία
  • πάγω τινά υπό το δικαστήριον = καταγγέλλω κάποιον
  • πέχω δίκην τινός = έχω να δώσω λόγο για κάτι
  • ὑποτιμῶμαι = προτείνω για τον εαυτό μου κατώτερη ποινή από εκείνη που πρότεινε ο κατήγορος


Δεν υπάρχουν σχόλια: